Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Η πόλη, τα φώτα, τα δίκτυα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η πόλη μάς ανήκει, λένε κάποιοι. Η Αθήνα, εν προκειμένω. Ή, τουλάχιστον, αυτή είναι η φαντασίωση των περισσοτέρων. Δεν εξηγείται αλλιώς η τόσο φορτισμένη αντίδραση κατά της πολυσυζητημένης εγκατάστασης στη Βασιλίσσης Σοφίας – στα κοινωνικά δίκτυα κυρίως.

Το έγραψα και την προηγούμενη εβδομάδα από αυτήν τη στήλη: Δεν ενθουσιάστηκα με τον φωτισμό (που υποτίθεται ότι είναι χριστουγεννιάτικος) στην κεντρική λεωφόρο της πρωτεύουσας από τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.  Υπάρχει όμως κάτι καινούργιο: Ομολογώ σήμερα ότι οι νέοι χρωματισμοί «ζέσταναν» την όλη εικόνα και της προσέδωσαν κάτι όμορφο, ελαφρώς φαντασμαγορικό, ακόμα και γιορτινό – αυτό που έλειπε από το χλωμό μπλε της εκκίνησης. Είναι, ίσως, αυτό που έλεγαν από τη Στέγη: Να περιμένουμε λίγο να δούμε την ολοκλήρωση του έργου.

Περισσότερο όμως και από το ίδιο το έργο, με εντυπωσίασαν το μένος, ο φανατισμός, η οργή, η αγανάκτηση, η υβριστική, αγοραία διάθεση στα social media. Το είχα γράψει και την προηγούμενη εβδομάδα· είχε κάτι ισοπεδωτικό, σαρωτικό, τυφλό σχεδόν.

Δεν θα έπρεπε κανονικά να ξαφνιαστώ. Εχουμε όλοι ξαναδεί σε αυτόν τον περίκλειστο ψηφιακό κόσμο, του οποίου πολλοί είμαστε ενεργά μέλη πάντως, η αντίδραση να είναι η ίδια είτε μιλάμε π.χ. για παιδιά προσφύγων που κακοποιούνται, είτε μιλάμε για αστυνομική βία, είτε, τέλος, μιλάμε για μια εγκατάσταση φωτισμού που είναι προσωρινή και που, όσο κι αν δεν αρέσει, το βέβαιο είναι ότι δεν αλλοιώνει στο παραμικρό τη φυσιογνωμία ενός δρόμου, πόσο δε μάλλον ολόκληρης της πόλης.

Υπάρχουν θετικά απ’ όλη αυτή την γκρίνια, τις ύβρεις και τις ατυχείς δηλώσεις: Οι πειραματισμοί καλό είναι να συμβαίνουν και η Στέγη έχει δημιουργήσει τη δική της παράδοση στους πειραματισμούς. Αλλά εδώ δεν ήταν στον δικό της χώρο αλλά στον δημόσιο χώρο, στην πόλη. Από την άλλη, ας μην ξεχνάμε ότι από το 2010, η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση κράτησε ψηλά το «πολιτιστικό φρόνημα» τη στιγμή που η χώρα μαράζωνε μέσα στην κρίση με ένα καινοτόμο και δραστικό σύνολο καλλιτεχνικών γεγονότων. Στο συγκεκριμένο θέμα του φωτισμού δεν ατύχησε τόσο ως προς την ουσία, το περιεχόμενο, όσο ως προς το επικοινωνιακό μέρος (ειδικά μετά τις πρώτες μαζικές αντιδράσεις). Οσο αυστηρά κι αν την κρίνουμε τώρα (ή και στο μέλλον όταν χρειαστεί), η Στέγη έδωσε πνοή στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της πόλης και της χώρας γενικότερα.

Σε ό,τι αφορά την πόλη, τον δημόσιο χώρο ευρύτερα, κάτι θετικό που προκύπτει από αυτή την ιστορία είναι το εξής: Παρατηρείται πια όλο και πιο έντονα αυτό που οι αγγλόφωνοι αποκαλούν awareness, ο πολίτης, ο Αθηναίος εν προκειμένω, έχει πλέον συναίσθηση του άστεως, παύει δηλαδή σιγά σιγά να βλέπει την πόλη σαν ένα αναγκαίο προσωρινό κακό μέχρι να γυρίσει «στο χωριό του». Αισθάνεται την ανάγκη να την προστατέψει, να την υπερασπιστεί, να διεκδικήσει κάτι καλύτερο γι’ αυτήν – και εντέλει για τον ίδιο. Οι πόλεις είμαστε εμείς. Αργήσαμε αυτό να το αντιληφθούμε στην Ελλάδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ