Όταν το 2004 ξεκινήσαμε στην «Καθημερινή» την έκδοση του «Οινοχόου», του πρώτου ελληνικού περιοδικού κρασιού, μονο στα πιο τολμηρά μου όνειρά φανταζόμουν ότι θα ερχόταν στιγμή που μεγάλες εφημερίδες όπως οι New York Τimes θα αφιέρωναν συχνά πυκνά τις οινικές τους σελίδες στα ελληνικά κρασιά! Και όμως, εδώ και αρκετά χρόνια ΟΙ οινοδημοσιογράφΟΙ της εφημερίδας πάνε κι έρχονται στον τόπο μας, επισκέπτονται οινοποιεία, δοκιμάζουν κρασιά, οργανώνουν δοκιμές στη Νέα Υόρκη και τοποθετούν το ελληνικό κρασί στο βάθρο των διεθνών νικητών.

Λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, η Φλόρενς Φάμπρικαντ έγραφε διθυραμβικά ότι «τα ελληνικά κρασιά ξαναγυρίζουν στις ρίζες τους», αναφερόμενη σε μια γευστική δοκιμή κρασιών της Μακεδονίας που έγινε το περασμένο καλοκαίρι, με το Ξινόμαυρο «Σκαντζόχοιρος» του Κτήματος Άλφα να ανεβαίνει στην κορυφή. «Το Κτήμα Άλφα είναι ένα όνομα που πρέπει να γίνεται όλο και περισσότερο γνωστό και οικείο στους οινόφιλους που θέλουν να ανακαλύψουν τα ελληνικά κρασιά», συνεχίζει η Φάμπρικαντ και ο Άγγελος Ιατρίδης (ιδιοκτήτης του Κτήματος Άλφα και οινολόγος) συμπληρώνει, τονίζοντας τη σημασία των γηγενών ποικιλιών: «Πρέπει να καταλάβουμε την καθαρότητα αυτών των ποικιλιών και να τις γνωρίσουμε καλύτερα».

 


Μεγάλο ενδιαφέρον από την οινοφιλική κοινότητα της Νέας Υόρκης σε παλαιότερη δοκιμή ελληνικών κρασιών. 

 

Εξάγω, εξάγεις, εξάγουμε

«Στις ΗΠΑ, με το ελληνικό κρασί ανταγωνιζόμαστε σε ύφος, γεύση και τιμή όλο τον αμπελοοινικό κόσμο», λέει ο Τεντ Διαμαντής της Diamond Importers Inc. σε πρόσφατη συνέντευξή του στον «Οινοχόο» της «Καθημερινής» και συμπληρώνει: «Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να το τοποθετήσουμε σωστά στην αγορά, με ένα σωστό μήνυμα. Πρέπει να υπάρχει σταθερότητα στο κρασί, τα μηνύματα προς τον καταναλωτή πρέπει να είναι μεταξύ τους συμβατά και οι τιμές τέτοιες στη λιανική (13-20 δολάρια, δηλ. 12-18 ευρώ) ώστε να διατηρηθεί το by-the-glass, το οποίο είναι κρίσιμο για την εξοικείωση των καταναλωτών με τις ελληνικές ποικιλίες». Ειδικά αναφερόμενος στην αγορά της Νέας Υόρκης, όπου υπάρχει παγκόσμια εκπροσώπηση κρασιού, ο Άρης Σουλτάνος της Eklektikon, που επίσης δραστηριοποιείται στις ΗΠΑ, επισημαίνει ότι «πρέπει να δώσουμε έμφαση στην ιστορία του, να αναδείξουμε την ποικιλομορφία του ελληνικού αμπελώνα, τις γηγενείς ποικιλίες και να προωθήσουμε κρασιά αληθινά, με τίμια έκφραση του τόπου παραγωγής τους». 

Οι εξαγωγές του Κτήματος Κώστα Λαζαρίδη ξεκινούν από το 1995 και σήμερα αντιπροσωπεύουν το 50% της συνολικής παραγωγής, με το 25% να αφορά τις εξαγωγές στις ΗΠΑ, μας πληροφορεί ο Γιώργος Ζάχαρης, γενικός διευθυντής του Κτήματος, επισημαίνοντας ότι το πιο σημαντικό σημείο, βέβαια, είναι η Νέα Υόρκη. Υποστηρίζει ότι η αλλαγή της εικόνας του ελληνικού κρασιού, εκτός φυσικά από την ποιοτική άνοδο των προϊόντων, οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αλλαγή της εικόνας των ελληνικών ενδιαφερόντων εστιατορίων που βρίσκονται στο Μανχάταν και είναι πολύ καλά εστιατόρια, με ελληνικές νότες, αλλά στην ουσία υπηρετούν το μεσογειακό διατροφικό μοντέλο. Δυνατό σημείο είναι επίσης, κατά τον Γιώργο Ζάχαρη, οι διανομείς του ελληνικού κρασιού. «Το παν είναι ο διανομέας», υπερθεματίζει ο Βαγγέλης Χατζηβαρύτης του ομώνυμου οινοποιείου της Γουμένισσας και συμπληρώνει: «Αλλά και οι γηγενείς ποικιλίες, με πρώτο το Ασύρτικο και το Ξινόμαυρο και τις υπόλοιπες να ακολουθούν». 

Τα λευκά...

«Είναι μια πολύ δύσκολη αγορά, στην οποία υπάρχει αυτή τη στιγμή μια τάση για αρωματικά λευκά με υψηλή οξύτητα, μεταλλικότητα και μειωμένα ποσοστά αλκοόλης», υποστηρίζει ο κ. Διαμαντής και συνεχίζει: «Τα ελληνικά λευκά κρασιά αποτελούν την πύλη εισόδου του ελληνικού κρασιού στην αμερικανική αγορά και την επιτομή των χαρακτηριστικών αυτών».

«Ανάμεσα στις πολύ λίγο γνωστές ελληνικές ποικιλίες που μεγαλώνουν στην αρχαία γη της Ελλάδας, το Ασύρτικο είναι αυτή που δείχνει να σπάει το νήμα», γράφει στους New York Times o Έρικ Ασίμοφ. «Μια “εμπροσθοφυλακή” από ανήσυχους και περιπετειώδεις οινόφιλους αναγνωρίζουν στο Ασύρτικο της Σαντορίνης πολλά από τα χαρακτηριστικά των μεγάλων λευκών ξηρών κρασιών. Είναι μακράν το πιο αναγνωρίσιμο ελληνικό λευκό κρασί, μια κατηγορία που έχει πρόσφατα αναπτυχθεί πολύ στις ΗΠΑ». Ωστόσο πολλοί –ανάμεσα στους οποίους κάποιοι που θεωρούν εαυτούς wine lovers– ακόμα αντιμετωπίζουν το Ασύρτικο σαν κάτι εξωτικό, σχεδόν εξωγήινο. Άρα, τι πρέπει να περιμένουμε από άλλες ελληνικές ποικιλίες, πιο άγνωστες, με ονόματα όπως Μοσχοφίλερο, Ροδίτης, Σαββατιανό κι ακόμα παραπέρα, Αθήρι, Ρομπόλα, Μαλαγουζιά; Ακόμα και η προφορά τους αποτελεί πρόβλημα και η μεταφορά τους στην αγγλική γλώσσα προκαλεί πολλές φορές απίστευτα μπερδέματα. «Αποφασίσαμε λοιπόν να δούμε τι γίνονται αυτές οι ποικιλίες, εκτός του Ασύρτικου, στη Νέα Υόρκη», συνεχίζει ο Ασίμοφ. Η πρώτη διαπίστωση ήταν ότι όσο άγνωστες κι αν είναι οι λευκές ελληνικές ποικιλίες, τις βρίσκεις στη Νέα Υόρκη χωρίς να χρειάζεται να κάνεις Μαραθώνιο στις ελληνικές γειτονιές όπως η Αστόρια. Δοκίμασαν Ρομπόλα, Μοσχοφίλερο, Μαλαγουζιά, Ροδίτη, Βιδιανό, Θραψαθήρι και Βηλάνα από καλούς και γνωστούς παραγωγούς (Γαία Οινοποιητική, Γεροβασιλείου, Ζαφειράκης, Τρουπής, Στυλιανού, Orealios Gaea, Νασιάκος κ.ά.). Το γενικό συμπέρασμα της ομάδας των New York Τimes ήταν ότι οι συγκεκριμένες ποικιλίες έχουν το δυναμικό να παράγουν θαυμάσια, μοναδικά κρασιά σε εξαιρετικές τιμές. Η αρνητική παρατήρηση ήταν ότι αρκετά από τα κρασιά «υπέφεραν» από τυποποιημένη οινοποίηση, πράγμα που σημαίνει πως στα γεμάτα με «τυποποιημένα» λευκά κρασιά ράφια πολύ δύσκολα οι ετικέτες με τα δύσκολα ονόματα θα καταφέρουν να ξεχωρίσουν. 

 


Στο φημισμένο Gramercy Tavern σερβίρονται ελληνικά κρασιά για περισσότερα από δεκατέσσερα χρόνια. © Neville Elder/Corbis via Getty Images/Ideal Images

 

…και τα κόκκινα!

«Η αγορά του κόκκινου για μας είναι πολύ δυνατή στις εξαγωγές», επισημαίνει ο Γιώργος Ζάχαρης, ενώ ο Βαγγέλης Χατζηβαρύτης συμπληρώνει, από την προσωπική του εμπειρία, ότι σημασία δεν έχει το χρώμα, αλλά οι γηγενείς ποικιλίες.

«Μαυροτράγανο και Μαντηλαριά, Λημνιό και Βλάχικο. Και ασφαλώς Αγιωργίτικο και Ξινόμαυρο. Σας ακούγονται... κινέζικα, είναι όμως ελληνικά. Και αυτό είναι το συναρπαστικό», έγραφε πριν από μερικά χρόνια ο Ασίμοφ. «Αυτές οι ντόπιες ερυθρές ποικιλίες εκπροσωπούν ένα νέο κύμα ελληνικών κρασιών τα οποία διατίθενται στην αγορά των ΗΠΑ. Η Ελλάδα κάνει και κάτι ακόμα: επεκτείνει με συναρπαστικό τρόπο το φάσμα των παγκόσμιων κόκκινων. Αυτά τα κόκκινα ακολουθούν το πνεύμα της εποχής τους, είναι οικεία, αλλά ωστόσο ελαφρώς διαφορετικά από άλλα σύγχρονα κόκκινα, με έναν τόνο βοτάνων εδώ, μια γήινη αίσθηση εκεί. Αυτά τα κρασιά υπόσχονται περιπέτεια. Η ανταμοιβή δεν είναι μόνο η χαρά της ανακάλυψης, αλλά και η διαβεβαίωση ότι ακόμα και οι κατάκοποι ουρανίσκοι μπορούν να βρουν κάτι καινούργιο». 

Αν αυτό δεν είναι... σέξι, δεν ξέρω τι είναι! Να κάθομαι στο αγαπημένο διαχρονικά Gramercy Tavern (όπου σερβίρονται ελληνικά κρασιά για περισσότερα από δεκατέσσερα χρόνια), με ένα ποτήρι Ποταμίσι, από τον πιο κακοτράχαλο αμπελώνα της Τήνου, το Domaine Kalathas, και να παρακολουθώ χαμογελώντας τους Αμερικανούς συνδαιτυμόνες μου να διαλέγουν από την απίθανη wine list κρασιά Τάτση, Οικονόμου, Σκλάβου, Γκλίναβου, Ζαφειράκη, Χατζηδάκη. Στην καρδιά του Μανχάταν!

Υστερογραφο

Πάνω, όμως, από όλα αυτά τα ωραία αιωρείται η «απειλή» της κατάρρευσης: η πρόσφατη δήλωση Τραμπ για 100% φορολόγηση των ευρωπαϊκών εισαγόμενων κρασιών, ποτών και τροφίμων έχει σπείρει τον πανικό. Οι Νεοϋορκέζοι των χώρων της εστίασης και του ποτού μιλούν για καταστροφή των επιχειρήσεών τους, με απίστευτες προεκτάσεις (επισημαίνονται λεπτομερώς και σε πρόσφατο άρθρο της 7/1/2020 των New York Times). Όσο για τις ελληνικές εξαγωγές, δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι! Ελπίζουμε όλοι ότι δεν θα εφαρμοστεί. ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ