ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι το επτασφράγιστο μυστικό του Δήμου Αθηναίων. Με εξαίρεση κάποιες φωτογραφίες τραβηγμένες από τα γύρω κτίρια, όπως αυτή που παρουσιάζουμε, ελάχιστα έχουν γίνει γνωστά σχετικά με το νέο πρόσωπο της πλατείας Ομονοίας. Εκτός από καλά φυλαγμένο μυστικό φαίνεται ότι είναι και προσωπικό στοίχημα του δημάρχου Αθηναίων, Κώστα Μπακογιάννη.

Σε παλαιότερες δηλώσεις του είχε πει ότι επιθυμεί και θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για «μια πλατεία φιλική στον κάτοικο, τον εργαζόμενο, τον επισκέπτη, με πράσινο, φως και σιντριβάνι». Με στόχο τη βελτίωση της τραυματισμένης εικόνας του κέντρου και, κυρίως, της ψυχολογίας των κατοίκων.

Το υδάτινο στοιχείο, λοιπόν, επιστρέφει για να θυμίσει παλιές, αγαπημένες και πολύ πιο ανέμελες εποχές. Παράλληλα, στην Ομόνοια βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικές ιδιωτικές επενδύσεις, κυρίως από τον ξενοδοχειακό τομέα, που μαζί με την ανάπλαση της πλατείας ανεβάζουν τις προσδοκίες μας.

Η επιθυμία όλων να γίνει κάτι προς το καλύτερο πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Και με αυτό το σκεπτικό, περιμένοντας να μας αποκαλυφθεί σύντομα η νέα πλατεία, προσεγγίζουμε την «υπόθεση Ομόνοια» από διάφορες πλευρές. Στο επίκεντρο του προβληματισμού και της συζήτησης δεν μπαίνει μόνον η ανάπλαση, αλλά και η δυναμική που δημιουργείται από τα νέα ξενοδοχεία τα οποία ετοιμάζονται να λειτουργήσουν. Επίσης, αυτό που αναρωτιόμαστε εν έτει 2020 και σε μιαν εντελώς διαφορετική Αθήνα, είναι τελικά ποια Ομόνοια ελπίζουμε να ξαναβρούμε.

Η επιθυμία «κάτι να γίνει» και κάποια ερωτήματα
Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΑΡΤΙΝΟΥ*

Τελευταία έχουν αρχίσει να διαρρέουν φωτογραφίες από την, εδώ και καιρό, περίκλειστη διαμόρφωση της Ομόνοιας. Η λέξη «διαρρέουν» δεν είναι άστοχη, επειδή γύρω από το έργο δεν υπάρχει καμία ενημέρωση: μία σημαντική πλατεία της Αθήνας βρίσκεται εδώ και μήνες κρυμμένη πίσω από περίφραξη, όπου, πρόσφατα μόνο, αναρτήθηκε επιγραφή με την επωνυμία του κατασκευαστή. Φαίνεται ότι έχει γίνει πλήρης επανασχεδιασμός της πλατείας, με την κεντρική επιφάνεια να καταλαμβάνεται ολόκληρη από ένα σιντριβάνι, όπως συνέβαινε όταν η Ομόνοια ήταν κυκλοφοριακός κόμβος, ενώ τα περιμετρικά υπολείμματα έχουν ήδη αποδοθεί στα τραπεζοκαθίσματα.

Ο εξωραϊσμός δείχνει να έχει ως στόχο να ελαχιστοποιήσει την κοινόχρηστη επιφάνεια, δεδομένου ότι η Ομόνοια έχει εδραιωθεί στη συλλογική συνείδηση ως τόπος έλξης περιθωριακών στοιχείων. Η «προηγούμενη» διαμόρφωση, βραβείο αρχιτεκτονικού διαγωνισμού του 1998, δεν παραδόθηκε ποτέ ολοκληρωμένη και, ως αποτέλεσμα, δεν αγαπήθηκε καθόλου. Κληρονομιά της είναι οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, που αύξησαν την ωφέλιμη επιφάνεια της πλατείας επ’ ωφελεία «των πεζών», σαν αυτοί να ήταν περιπλανώμενα σώματα χωρίς άλλα χαρακτηριστικά.

Με δεδομένη τη γενική επιθυμία «κάτι να γίνει», θα περίμενε κανείς να υπάρχει βομβαρδισμός επικοινωνίας από τον Δήμο Αθηναίων προτού καν ξεκινήσουν οι εργασίες, πόσο μάλλον τώρα που ολοκληρώνονται. Δεν πρόκειται, όμως, για απλό δημόσιο έργο, αλλά για έργο σε σύμπραξη με ιδιώτη. Η μελέτη και η κατασκευή είναι δωρεά των ιδιοκτητών των νέων ξενοδοχείων στην περίμετρο της πλατείας, την οποία ο δήμος έχει αποδεχθεί: χορηγός είναι το Ιδρυμα Λασκαρίδη, το οποίο, παλαιότερα, είχε δωρίσει τα χρήματα για την αποκατάσταση της πλατείας Συντάγματος (που ήταν, επίσης, αποτέλεσμα διαγωνισμού του ’98), μετά τις καταστροφές που αυτή είχε υποστεί «τα χρόνια των μνημονίων».

Ευπρόσδεκτη η χορηγία και ωφέλιμη με την πρώτη ματιά, πόσο μάλλον όταν το αποτέλεσμα εγγυάται ο ιδιωτικός τομέας και όχι η ανεπάρκεια του Δημοσίου. Τίθεται όμως εδώ ένα σοβαρό ζήτημα νομιμότητας, όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις και όσο «κοινωνικά αποδεκτό» κι αν γίνει το αποτέλεσμα.

Ο χορηγός, με τη σύμπραξη του δήμου, δεν περιορίστηκε στο να αποκαταστήσει τη βραβευμένη μελέτη, όπως είχε κάνει στην περίπτωση του Συντάγματος, αλλά έφερε νέο σχεδιασμό – καλό ή κακό, είναι εντελώς άλλη συζήτηση. Για έργο τέτοιας σημασίας, εφόσον σκόπευε να αποδεχθεί τη χορηγία, ο δήμος όφειλε προηγουμένως να έχει προκηρύξει αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, τουλάχιστον ιδεών, και στη συνέχεια να προχωρήσει στην αποδοχή των πόρων για την υλοποίησή του.

Για να γίνει εξαίρεση από την, ομολογουμένως μακρόχρονη αλλά νομίμως προβλεπόμενη διαδικασία, οπότε ο δήμος να αποδεχθεί νέα μελέτη μαζί με τη χορηγία, θα έπρεπε να έχει εξασφαλιστεί πρώτα η έγκριση του Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεως (ΣΥΠΟΘΑ) ή Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής, πράγμα που δεν έγινε. Το ότι ένας ιδιώτης κάνει μια δωρεά προς το Δημόσιο (δηλαδή, στην πράξη, επιλέγει πού θα κατευθυνθούν οι φόροι τους οποίους έτσι κι αλλιώς θα όφειλε να πληρώσει, ώστε να τους εισπράξει ανταποδοτικά μέσα από την ποιότητα του περιβάλλοντος της ιδιοκτησίας του) δεν σημαίνει ότι παρακάμπτονται και όλες οι διαδικασίες δημόσιου σχεδιασμού και δημόσιου ελέγχου. Η άδεια εργασιών στην Ομόνοια έχει εκδοθεί για αλλαγή  της δαπεδόστρωσης, όχι για κάτι άλλο. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να βρεθούμε μπροστά στο τραγελαφικό η «νέα» Ομόνοια, με το γενικά αγαπητό σιντριβάνι της και τις κατά τεκμήριο καλές προθέσεις του χορηγού, να εμπίπτει στον νόμο περί αυθαιρέτων, σύμφωνα με τον οποίο ο δήμος θα πρέπει να πληρώσει πρόστιμο προς άλλη κρατική οντότητα, 100% του κόστους κατασκευής και 50% κατ’ έτος για τη διατήρηση. Το ότι το έργο γίνεται με ιδιωτικά κεφάλαια και όχι με δημόσιο χρήμα, δεν απαλλάσσει τον δήμο από τις ευθύνες του.

Οσο για το «πρόβλημα της Ομόνοιας», με το να «αλλάξει όψη» η επιφάνεια της πλατείας δεν θα πρέπει να περιμένουμε, επί της ουσίας, κάτι διαφορετικό από την «αλλαγή της όψης» στην όμοια, περίπου, πλατεία Καραϊσκάκη λίγα μέτρα πιο κάτω, με τα όμοια, περίπου, ξενοδοχεία. Απλώς, θα υπάρχει λιγότερος χώρος διαθέσιμος για όλα όσα «χαλάνε την εικόνα» για τους επισκέπτες, είτε αυτοί είναι τουρίστες από το εξωτερικό, είτε αυτοί είναι τουρίστες από την υπόλοιπη Αθήνα. Το ζήτημα της νομιμότητας παραμένει, απλώς εδώ αλλάζει προς το πολύ πιο εκλεπτυσμένο και κοινωνικά αποδεκτό, το προφίλ της παραβατικότητας.

* Ο κ. Σταύρος Μαρτίνος είναι αρχιτέκτονας.

Επίνειο χωρίς ενδοχώρα
Του ΠΑΝΑΓΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ*

Η Ομόνοια έχει γίνει πηγή δυσφορίας για τους Αθηναίους εδώ και καιρό. Σε αυτή προβάλλουν το τραύμα τους για την πόλη που άφησαν. Οπως παλιά έκαναν, ή νόμιζαν πως κάνουν, για τα χωριά τους. Πόσοι διανοούμενοι, καλλιτέχνες, εκθεσάδες και διαμορφωτές του πνεύματός μας είχαν ενώσει τις φωνές τους κατά των πολυκατοικιών και της μητροπολιτικής μας πύκνωσης. Πολλοί από εκείνους που τους άκουσαν να αναθεματίζουν την πόλη μετακόμισαν στη μεταπολιτευτική suburbia. Και τώρα ζουν τραυματικά τη φθορά της παλιάς τους κατοικίας.

Αλλοι επισκέπτονται το κέντρο για να καταναλώσουν τραχιά μητροπολιτικότητα και περίτεχνα ποτά μέσα στα χαλάσματα, ως νοσταλγικοί επισκέπτες. Αλλοι, πάλι, δυσφορούν με την Ομόνοια που χάλασε – για τον Δρομέα που πήγε στο Χίλτον, για τα παραπετάσματα των ατέλειωτων εργοταξίων, για τους εξαθλιωμένους και τους κλέφτες που την εποικίζουν περιοδικά, για την παράξενη αισθητική του Χόντου, για το σιντριβάνι και την κυκλικότητά του που τόσο πολύ την έχουν ανάγκη. Και άλλοι ελπίζουν να ξαναβρούν την Ομόνοια που έχασαν με τη νέα ανάπλαση που σε λίγο αποκαλύπτεται. Να βρουν, όμως, ποια Ομόνοια;

Μπορούμε να υποθέσουμε ότι το συλλογικό φαντασιακό απαιτεί, όπως συχνά συμβαίνει, την επιστροφή σε μια συνθήκη με την οποία δεν συναντήθηκε ποτέ στην πραγματικότητα. Να συναντηθεί με κάποια Ομόνοια αστικού εκλεκτικισμού, ευταξίας και σπουδαιότητας. Από τα μεταπολεμικά χρόνια και μετά, τουλάχιστον, αυτή η Ομόνοια δεν υπήρχε. Εδώ και πολύ πολύ καιρό είχε πάψει να είναι αναφορά των «αυτοχθόνων» και μια κλασική περιοχή του Κέντρου. Ηταν οδικός κόμβος, ένα αστέρι διακτινισμού των Ι.Χ., μα πάνω απ’ όλα ένα είδος επίνειου ενσωματωμένου στην καρδιά της μητρόπολης.


Το υδάτινο στοιχείο επιστρέφει στην πλατεία. 

Η Ομόνοια υπήρξε η πλατφόρμα και η επαφή, η πρόσβαση και το ρεπό κάποιας πάντα ιδιαίτερης ενδοχώρας. Είτε την ονομάσουμε ελληνική επαρχία είτε αλβανική μετανάστευση, η βασική της λειτουργία τις τελευταίες δεκαετίες ήταν να αποτελεί αναφορά των ανθρώπων που έρχονταν από τις ενδοχώρες μας για την πρώτη τους επαφή με την Αθήνα ή για τις δουλειές τους.

Σήμερα ο ερχομός από μακριά και οι λειτουργίες της πόλης δεν χρειάζονται αυτά τα κέντρα διερχομένων. Ουδείς πλέον περιμένει το ραντεβού του ατελείωτες ώρες στον Μπακάκο και είναι ερώτημα ποιος θα λουστεί στο ψιλόβροχο αρχές του Μάη στη νέα Ομόνοια, όχι πάντως κάποιος επαρχιώτης. Προς το παρόν είναι επίνειο χωρίς ενδοχώρα.

* Ο κ. Παναγής Παναγιωτόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας ΕΚΠΑ.

Χρειάζονται πολλά για την «επιστροφή» της
Του ΓΙΑΝΝΗ ΡΕΤΣΟΥ*

Η Ομόνοια είναι κάτι παραπάνω από μια κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας. Χωρίς ίχνος υπερβολής θα έλεγα ότι αποτελεί το κέντρο και την καρδιά της. Σημείο συνάντησης, ιστορικό τοπόσημο, συμπύκνωμα όλων των αντιφάσεων όχι μόνο της Αθήνας αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας, δημόσιος χώρος που εξελίσσεται στον χρόνο παράλληλα με την ίδια τη χώρα. Ενας καθρέφτης, άλλοτε παραμορφωτικός και άλλοτε ειλικρινής, δείχνει τα σημάδια της ακμής και της παρακμής που εγγράφονται στην πόλη.

Την τελευταία δεκαετία της σκληρής οικονομικής κρίσης, η Ομόνοια βρέθηκε συμβολικά αλλά και πραγματικά στο επίκεντρο αυτής της σκοτεινής περιόδου για την Αθήνα και την Ελλάδα. Κλειστά ξενοδοχεία και μαγαζιά, αύξηση της παραβατικότητας, παρεμπόριο και εγκατάλειψη. Οσες προσπάθειες αναβάθμισης και αν έγιναν, λίγες είναι η αλήθεια και χωρίς κάποιο γενικότερο σχεδιασμό, έπεσαν στο κενό. Τα προβλήματα ήταν πολύ μεγαλύτερα από τις αποσπασματικές λύσεις που εφαρμόζονταν. Η Ομόνοια και η ευρύτερη περιοχή των Χαυτείων για πολλά χρόνια ήταν δυστυχώς στο κέντρο της κρίσης. Η υποβάθμιση ξεδιπλωνόταν σε όλους τους κεντρικούς άξονες που την περιβάλλουν. Σταδίου, Πανεπιστημίου, 3ης Σεπτεμβρίου, Αγ. Κωνσταντίνου, Πειραιώς, Αθηνάς. Εξι δρόμοι που κάποτε έσφυζαν από ζωή και οικονομική δραστηριότητα, αποτύπωναν με τον πιο σκληρό τρόπο τα σημάδια της κρίσης.

Ο τουρισμός, που σε όλες τις μεγάλες πόλεις του κόσμου δίνει ζωή και οικονομική άνθηση, υποχώρησε σημαντικά στην Αθήνα, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’10, με αποτέλεσμα να αφήσει πίσω του τα ερημωμένα κτίρια των κλειστών ξενοδοχείων. Παρόλες τις μεγάλες δυσκολίες, η κατάσταση γρήγορα αντιστράφηκε. Ο ελληνικός τουρισμός αποδείχθηκε ανθεκτικός, με αντανακλαστικά και δύναμη. Κατάφερε να ορθοποδήσει και να αποτελέσει, ιδίως από το 2012 και μετά, τον κύριο αιμοδότη της ελληνικής οικονομίας.

Η κατάσταση άλλαξε σταδιακά και στην Αθήνα. Η πρωτεύουσα έγινε και πάλι μια πόλη με ζωή και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για να την επισκεφθείς. Μικρές και μεγάλες επενδύσεις άρχισαν να αλλάζουν το κλίμα και την όψη στο κέντρο της πρωτεύουσας. Δρόμοι σε παρακμή για χρόνια, γέμισαν φως και ζωή από τα νέα ξενοδοχεία που άνοιξαν. Τώρα, ήρθε και η ώρα της Ομόνοιας. Ηδη για το επόμενο διάστημα, προγραμματίζονται σημαντικές επενδύσεις με πολλά νέα ξενοδοχεία που μπορούν να αλλάξουν τη μοίρα της πλατείας και κατ’ επέκταση ολόκληρης της περιοχής του κέντρου.

Μπορούν να κάνουν ξανά την Ομόνοια ζωντανό κέντρο μιας πόλης που αρχίζει να βρίσκει και πάλι τους ρυθμούς της. Χρειάζονται πολλά όμως ακόμα να γίνουν. Ασφάλεια, καθαριότητα, στοχευμένες παρεμβάσεις που θα επαναφέρουν την τάξη στην ευρύτερη περιοχή. Η αποκατάσταση του σιντριβανιού, στο κέντρο της πλατείας, είναι μια συμβολική υπογράμμιση ότι η Ομόνοια γίνεται και πάλι η καρδιά της Αθήνας.

* Ο κ. Γιάννης Ρέτσος είναι πρόεδρος του ΣΕΤΕ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη