ΒΙΒΛΙΟ

Μέγας «δάσκαλος της ανάγνωσης»

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

O Τζορτζ Στάινερ φωτογραφημένος τον Μάρτιο του 1998 στο Harvard Club, στο Μανχάταν. O εκλιπών διέτρεξε όλη τη δυτική γραμματολογία, από τα ομηρικά έπη και την αρχαία τραγωδία μέχρι τον Σαίξπηρ, τον Τζόις και ακόμα παραπέρα. NANCY SIESEL/THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ο διανοούμενος είναι, απλούστατα, ένας άνθρωπος που κρατάει μολύβι στο χέρι του όταν διαβάζει ένα βιβλίο». Δύσκολα θα μπορούσε κάποιος άλλος να συνοψίσει τόσο απλά μα ουσιαστικά τι σημαίνει «είμαι υποψιασμένος, συστηματικός, παθιασμένος αναγνώστης», όπως το κάνει εδώ ο Τζορτζ Στάινερ, ο οποίος πέθανε την περασμένη Δευτέρα στα 90 του, στο βιβλίο του «Αξόδευτα πάθη» (μτφρ.: Κατερίνα Σχινά, εκδ. Νεφέλη, 2001).

«Ολιστικός διανοούμενος», ο προνομιούχος αυτός γόνος Αυστροεβραίων (αλλά γεννημένος στο Παρίσι το 1929 και με λαμπρή πανεπιστημιακή καριέρα σε Βρετανία, ΗΠΑ και ηπειρωτική Ευρώπη), ο Στάινερ διέτρεξε όλη τη δυτική γραμματολογία, από τα ομηρικά έπη και την αρχαία τραγωδία μέχρι τον Σαίξπηρ, τον Τζόις και ακόμα παραπέρα, εξακτινώνοντας τη σκέψη του πέρα από το φιλολογικό πλαίσιο.

Οπως και ο άλλος τιτάνας της σύγχρονης αγγλόφωνης γραμματείας, ο Χάρολντ Μπλουμ, ο Στάινερ αποτέλεσε ένα είδος χρυσής γέφυρας ανάμεσα στον σύγχρονο, χαμένο στη ζαλιστική ταχύτητα αναγνώστη, με τους σπάνιους και ακριβούς καρπούς που έδωσε στον κόσμο ο γραπτός λόγος.

Ο Στάινερ δεν συνδέθηκε ποτέ με τη λεγόμενη «ποπ κουλτούρα». Μάλλον στάθηκε απέναντί της. Και όμως, με έναν πολύ δικό του τρόπο, είχε κάτι ιδιότυπα «ποπ» στον τρόπο που δημιουργούσε κοινούς χώρους με τους σημερινούς αναγνώστες. Οχι, δεν ήταν «επικοινωνιακό» χάρισμα, ήταν κάτι άλλο, ζωτικής σημασίας: ήξερε να συνδέει το θεμελιακό κείμενο με τον ανθρώπινο βίο, με τις αγωνίες και τις επιθυμίες, τις φοβίες και τα σύνδρομα του σύγχρονου ανθρώπου.

Την ίδια στιγμή, το πετύχαινε αυτό δίχως να παραδώσει σπιθαμή από τις απαιτήσεις και τους κόπους της ανάγνωσης, από την απίθανη αυτή εσωτερική περιπέτεια που λέγεται διάβασμα. Στο ίδιο βιβλίο, τα «Αξόδευτα πάθη», εκκινώντας από τον πίνακα του Σαρντέν «Φιλόσοφος αναγιγνώσκων» (1734), γράφει πως «η ανάγνωση, όπως την αποτυπώνει ο Σαρντέν, είναι σιωπηλή και μοναχική. Πρόκειται για μια παλλόμενη σιωπή και μια μοναξιά πλημμυρισμένη από τη ζωή της λέξης». Με άλλα λόγια, έχουμε εδώ έναν ποιητή της φιλολογίας, όχι ένα φιλόλογο της ποίησης.

Ωστόσο, τον Στάινερ δεν τον απασχόλησαν μονάχα οι λέξεις, οι ιδέες, οι στίχοι και οι αφηγήσεις. Προφανώς, και το γεγονός της εβραϊκής καταγωγής του, το ότι οι γονείς του έσπευσαν έγκαιρα να εγκαταλείψουν τη Βιέννη και την Ευρώπη, καθόρισε τη σκέψη του. Σπουδαγμένος στις ΗΠΑ, θα γίνει ευρύτερα γνωστός με την αρθρογραφία του σε έντυπα όπως ο Economist και τη μεθοδικότατη κριτικογραφία του στο The New Yorker. Δεν μίλησε, όμως, ούτε έγραψε αποκλειστικά για βιβλία και συγγραφείς. Από τις γαλλικές θηριωδίες στην Αλγερία έως το Βιετνάμ και τις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής, ο Στάινερ έχει το ένα μάτι στη σελίδα και το άλλο εκεί έξω, με τη βουή και την αντάρα του κόσμου, γνωρίζοντας καλά πόσα συνδέουν αυτά τα δύο, φαινομενικά ξένα μεταξύ τους, σύμπαντα.

Συνήθιζε να λέει ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτελείωσε την παλαιά καλή ουμανιστική άποψη που θέλει τη γνώση και την παιδεία να κάνουν τον άνθρωπο καλύτερο. Πώς είναι δυνατόν, έλεγε, το βράδυ να ακούς Σούμπερτ και το πρωί να καις ανθρώπους; Αυτός ο ακάματος, αφοσιωμένος ιδεαλιστής της ανάγνωσης ήταν προσγειωμένος ρεαλιστής. Ανησυχούσε σοβαρά για την έκπτωση της παιδείας διεθνώς, για την εξίσωση σπουδών και οικονομικής απόδοσης και τον εξοβελισμό των ανθρωπιστικών σπουδών από το κάδρο, έχοντας απόλυτη επίγνωση ότι «το ανθρώπινο ζώο είναι πολύ οκνηρό, προφανώς πολύ πρωτόγονο στα γούστα του, ενώ η κουλτούρα είναι απαιτητική, ζητάει πολύ σκληρή δουλειά» («Η βαρβαρότητα της άγνοιας»).

Ο Στάινερ αφήνει πίσω του πλούσιο, υπερπολύτιμο έργο. Στα ελληνικά ευτύχησε, καθώς εκδόθηκαν πολλά έργα του και σε πολύ καλές εκδόσεις και μεταφράσεις (από τη Νεφέλη, τον Καλέντη, τον Πατάκη, κυρίως όμως από έναν πολύ καλό εκδοτικό οίκο που δεν υπάρχει πια, τη Scripta). Ολα του τα βιβλία έχουν κάτι συναρπαστικό, ερεθιστικό – δοκίμια που εκτινάσσονται στη σφαίρα της άμεσης, γλαφυρής ανάλυσης που πάει να γίνει αφήγηση και το αντίστροφο, σαν μοναχικές λέσχες ανάγνωσης ή άτυπα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, με όλη τη σαγήνη που εισέπραξε ο ίδιος από τη λογοτεχνία να την περνάει και στον δικό του λόγο. Σταχυολογούμε τίτλους ενδεικτικά: «Αξόδευτα πάθη», «Αντιγόνη», «Στον πύργο του Κυανοπώγωνα», «Errata», «Η βαρβαρότητα της άγνοιας» κ.ά.

Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Κέμπριτζ της Αγγλίας. Εκεί τον συνάντησε ο καλός δημοσιογράφος Δημήτρης Δουλγερίδης. Σε μια εξαιρετική συνέντευξη που του πήρε τότε (περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Δεύτερη ανάγνωση», εκδ. Πόλις, 2012), ο Στάινερ εξομολογείται: «Στα γαλλικά έχουν μια ωραία έκφραση: “Μaitre a penser”, δάσκαλος της σκέψης. Δεν θα τολμούσα να περηφανευτώ κάτι τέτοιο για τον εαυτό μου. Αυτό που θα ήθελα, όμως, είναι το “maitre a lire”, δάσκαλος της ανάγνωσης».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ