ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Vogue Greece

Για τον σχεδιαστή κοσμημάτων Γιάννη Σεργάκη μια τυπική ημέρα περιλαμβάνει διάλογο με τον πολιτισμό, διακριτική σχέση με την τέχνη και δημιουργική έκφραση μέσα από αντισυμβατικές επιλογές.

Από τα τεράστια παράθυρα του διαµερίσµατος του δεύτερου ορόφου ενός κτιρίου κάτω από την Ακρόπολη ο Παρθενώνας µοιάζει ιδανικός «συγκάτοικος». Για τον Γιάννη Σεργάκη, ένοικο του φωτεινού χώρου, ο Ιερός Βράχος της Αθήνας παραµένει χρόνια τώρα γείτονας. «Μεγάλωσα στη Βούλα, όµως από τότε που µένω µόνος, τόπος µου είναι τα στενά γύρω από την Ακρόπολη. ∆εν αγαπώ πολύ το αστικό τοπίο. Όµως εδώ ξυπνάς το πρωί και κάνεις βόλτα στο πράσινο», εξηγεί.

Τους τελευταίους οκτώ µήνες ο περίπατός του ξεκινάει από αυτό εδώ το διαµέρισµα. Το κτίριο, γνωστό ως η «µικρή πολυκατοικία» του πρωτοπόρου αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου, καθρεφτίζει τον µοντερνισµό της δεκαετίας του ’60. O Σεργάκης ολοκλήρωσε πρόσφατα την ανακαίνιση του σπιτιού, όµως κάποια στοιχεία, όπως η ξύλινη βιβλιοθήκη, ανήκουν στην «πρώτη εποχή». Στον χώρο, έργα καλλιτεχνών όπως ο Αλέξης Ακριθάκης, ο Αλέξανδρος Βασµουλάκης και ο Φίλιππος Θεοδωρίδης συνυπάρχουν µε εκλεκτά αντικείµενα, όπως τα βάζα της Ελένης Βερναρδάκη. Στο δώµα η ατµόσφαιρα είναι πιο χαλαρή, µε έπιπλα του ιδίου σε συνεργασία µε την Άννα Μαρία Κοσκόρου.


Ο σχεδιαστής στην κουζίνα του σπιτιού του, με συγκλονιστική θέα στον Παρθενώνα. ©Photographer: Yiorgos Kaplanidis


Η νέα του κατοικία παρέχει στον σχεδιαστή πολλές στιγµές ηρεµίας, αλλά και γλυκιάς φασαρίας. «Από τη µια είναι το ησυχαστήριό µου, όµως ποτέ άλλοτε το σπίτι µου δεν είχε τόσο κόσµο», παρατηρεί. H ζωή κάτω από την Ακρόπολη του εξασφαλίζει και µια ανάσα από ένα συναρπαστικό νέο project, που ξεκινά φέτος ύστερα από ενάµιση χρόνο επεξεργασίας. Κεντρική ιδέα του, η επέκταση του brand στη Γαλλία, στην οποία περιλαµβάνεται και άνοιγµα showroom. Ωστόσο ήδη είναι εξωστρεφής, µε ηχηρή παρουσία στη διεθνή αρένα του δηµιουργικού κοσµήµατος – ένα pop-up κατάστηµά του «έτρεξε» τον Νοέµβριο στο πολυκατάστηµα Le Bon Marché, στο Παρίσι, ενώ κοσµήµατά του θα βρεθούν και σε άλλη µία εµβληµατική διεύθυνση της γαλλικής πρωτεύουσας, στο La Samaritaine, ιδιοκτησίας πλέον του οµίλου LVMH, που αναµένεται να ανοίξει –µετά από 15 χρόνια– τον Απρίλιο. Συγχρόνως, κοσµήµατα από σειρές του όπως η Charnières κατακτούν νέες αγορές, όπως η Ελβετία και το Βέλγιο, ανταγωνιζόµενες επάξια παλαιότερες, όπως το Τόκιο, αλλά και την καλοκαιρινή παρουσία τους σε ελληνικά resorts στην Αντίπαρο, την Ύδρα, τη Μύκονο και τη Σαντορίνη, µεταξύ άλλων.

Τα κοσµήµατά του τα χαρακτηρίζει η δυναµική λιτότητα µιας κοµψής, δηµιουργικής «µαχητικότητας». Εξηγεί ότι ξεκίνησε µε µικρά λευκά διαµάντια δεµένα µε χρυσό. «Μου αρέσει να χρησιµοποιώ τα πράγµατα σε καθηµερινή βάση και το εξέφρασα µε τον δικό µου τρόπο, προτείνοντας διαµάντια για κάθε µέρα. Το design είναι τεράστια πρόκληση όταν θέλεις να δηµιουργήσεις κάτι προσιτό – είναι δύσκολο να φορέσεις διαµάντια 20 καρατίων στον λαιµό το πρωί», τονίζει. Ένας διαφορετικός τύπος καρφώµατος µιας πολύτιµης πέτρας, λοιπόν, αποτέλεσε την αφετηρία για τη γέννηση της σειράς Charnières –πλέον περιλαµβάνεται στη συλλογή Commitment–, µέρος της οποίας ήταν και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που κέρδισαν το 2016 το πρώτο βραβείο στην κατηγορία Diamonds Under $20K (Κόσµηµα µε διαµάντια κάτω των 20.000 δολαρίων) στα Couture Design Awards, στην ετήσια έκθεση Couture Show στο Λας Βέγκας.

Μεγαλώνοντας σε οικογένεια µε παράδοση στα διαµάντια, ο Γιάννης Σεργάκης µυήθηκε στο κόσµηµα από µικρός. Εµπλούτισε τις γνώσεις του στο Γεµολογικό Ινστιτούτο Αµερικής, κατόπιν εργάστηκε στην οικογενειακή επιχείρηση, αλλά στα µέσα της δεκαετίας του 2000 αποφάσισε να ανεξαρτητοποιηθεί. ∆ηµιούργησε το brand Yannis Sergakis Adornments και το 2015 εγκαινίασε το flagship κατάστηµά του στον πεζόδροµο της Βαλαωρίτου, στο κέντρο της Αθήνας. Εκεί, ανάµεσα σε άλλες κολεξιόν, παρουσιάζει τη νέα σειρά Perforé µε «τρυπηµένα» καφέ διαµάντια, τα οποία µοιάζουν να αιωρούνται πάνω από το δέρµα. Οι πολύτιµοι λίθοι του προέρχονται από νόµιµα ορυχεία που καταλήγουν στη γιγαντιαία µητρόπολη του εµπορίου διαµαντιών, την Αµβέρσα. «Τα διαµάντια ξεκίνησαν τη συζήτηση για πιο ηθικές λύσεις µετά την προβολή της ταινίας Blood Diamond το 2006 και την κατακραυγή που ακολούθησε γύρω από το τι συνέβαινε σε µέρη όπως η Σιέρα Λεόνε», παρατηρεί. Αυτή η ανάγκη για µια ηθικότερη παραγωγή τον ακολουθεί και στις επιλογές ευγενών µετάλλων. Χρησιµοποιεί πλέον µόνο ανακυκλώσιµο χρυσό, ο οποίος καθαρίζεται και διοχετεύεται στους προµηθευτές του. Συγχρόνως, όλα τα σχέδιά του κατοχυρώνονται σε επίπεδο πνευµατικής ιδιοκτησίας.

Πώς βλέπει, όµως, τον χώρο του δηµιουργικού κοσµήµατος σήµερα; «Τα µικρά κοσµήµατα είναι περισσότερο branded και, όπως τα ρούχα, τα αναγνωρίζει κανείς και τα αναζητά», εξηγεί. «Πιστεύω ότι το branding θα γίνει ακόµα πιο έντονο, κάτι που έχει και µια αρνητική διάσταση: ενώ υπάρχει τροµερή παραγωγή –το βλέπουµε και στην Ελλάδα–, όταν φτάνει η στιγµή των κινήσεων που πρέπει να γίνουν για να κρατηθεί ένα προϊόν και να συνεχίσει να υπάρχει, απαιτείται πολύ καλό µάρκετινγκ. Πράγµα που σηµαίνει ότι δεν µπορείς να νικήσεις τους µεγάλους οίκους και τα funds. ∆ιαθέτεις ένα ωραίο προϊόν, που όµως δεν το ξέρει κανείς. Και αυτό συµβαίνει σε όλο τον κόσµο».

Κάτι τέτοιο δεν µοιάζει να ισχύει στη δική του περίπτωση, καθώς, όπως µας ενηµερώνει, το 90% των διεθνών επισκεπτών στο κατάστηµα της Βαλαωρίτου γνωρίζουν το brand. Εκείνο που έχει αλλάξει είναι η συµπεριφορά της εγχώριας αγοράς, αποτέλεσµα της συρρίκνωσης της µεσαίας τάξης. Έτσι, για την κάλυψη της ελληνικής ζήτησης εργάζεται µε την οµάδα του πάνω σε κάποιες πιο οικονοµικές συλλογές, αλλά και σε one-off κοµµάτια, κατηγορία στην οποία ανήκουν και ορισµένα sur mesure κοσµήµατα µε λευκά διαµάντια που αγγίζουν τα 20 καράτια ή µε µπλε ζαφείρια 25 καρατίων.

Η θέα από τα παράθυρα του διαµερίσµατος αλλάζει χρώµατα, καθώς ο σχεδιαστής µας εξοµολογείται τον θαυµασµό του για οίκους όπως ο γερµανικός Hemmerle, στον οποίο αξιόλογες πολύτιµες πέτρες δένονται µε µέταλλα όπως ο χαλκός και ο µπρούντζος. Για την ώρα, εκείνος επιµένει στον χρυσό. ∆εν του λείπουν όµως οι ιδέες. «Θα ήθελα να “παίξω” µε κάποια πράγµατα, να πάω σε µικρές συλλογές µε signature κοµµάτια, χωρίς να µε ενδιαφέρει το υλικό ή το ενδεχόµενο να είναι αποτέλεσµα συνεργασίας», αποκαλύπτει. «Οραµατίζοµαι επίσης µια συλλογή µε τη δύναµη της Charnières – αναζητώ την τεχνοτροπία. Και θα ήθελα να αναπτύξω µια κολεξιόν µε όγκους, να δουλέψω µε µέταλλα όπως το ασήµι».

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Φεβρουαρίου της Vogue Greece.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ