Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

«Μόνο οι Ελληνες», «μόνο στην Ελλάδα»...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Το στερεότυπο «Μόνο οι Ελληνες...», και εναλλακτικά «Μόνο στην Ελλάδα...», με τα αποσιωπητικά να αντιπροσωπεύουν άλλοτε άλλη συνέχεια, συγκαταλέγεται στα περισσότερο λατρεμένα μας, χρόνια και ζαμάνια τώρα. Στις διάφορες εκδοχές του, το χρησιμοποιούμε σχεδόν όλοι. Πολιτικοί, εκκλησιαστικοί, στρατιωτικοί, δάσκαλοι και καθηγητές, δημοσιογράφοι, δικηγόροι (ιδίως οι «γνωστοί ποινικολόγοι» των τηλεπαραθύρων), ταξιτζήδες, κουρείς, καλλιτέχνες, λογοτέχνες, επίσημοι και ανεπίσημοι, αφανείς και επιφανείς, επώνυμοι και ανώνυμοι («ου μεν γαρ τις πάμπαν ανώνυμος εστ’ ανθρώπων» επιμένει πάντως στην «Οδύσσειά» του ο Ομηρος).

Ακόμα κι αν τυχαίνει να δηλώνουμε μια στο τόσο ότι το περιφρονούμε το κλισεδάκι αυτό, την πατάμε αρκετά συχνά. Και στην κουβέντα πάνω, άλλοτε αποκαρδιωμένοι και άλλοτε ενθουσιασμένοι ή αυτοντοπαριζόμενοι, αρπαζόμαστε από την ψευτολαβή που μας προσφέρει. Και δογματίζουμε ανάλογα με το περιστασιακό και επιπόλαιο συναίσθημα. Μας συνεπαίρνει ο ενθουσιασμός ή μας βρίσκει μπόσικους ο δαίμονας της αυτοκολακείας; Διακηρύσσουμε ότι «μόνο οι Ελληνες και τα λοιπά και τα λοιπά», με τους Ελληνες να υμνούνται σαν φορείς κάθε αρετής στην απόλυτη τιμή της. Απογοητευόμαστε από κάποιο τυχαίο περιστατικό ή μια συμπεριφορά; Φωνάζουμε ότι «μόνο στην Ελλάδα και τα λοιπά και τα λοιπά», όπου, ανάποδα τώρα, η Ελλάδα καταγγέλλεται σαν τόπος κάθε κακίας, και πάλι στην απόλυτη τιμή της.

Το στερεότυπό μας λοιπόν είναι πότε αχαλίνωτα δοξαστικό και πότε αχαλίνωτα καταγγελτικό. Οταν το χρησιμοποιούμε στη θετική εκδοχή του, εντάσσουμε αυτονοήτως τον εαυτό μας –ίσως και πρώτο πρώτο– στο υμνούμενο «εμείς»: «Μόνο εμείς οι Ελληνες». Οταν το ενστερνιζόμαστε με τα αρνητικά του συμφραζόμενα, φροντίζουμε να αυτοεξαιρούμαστε. Αυτό βέβαια δεν το λέει η γλώσσα μας, το αποσαφηνίζει όμως το ύφος μας, ο τόνος μας. Πρόκειται λοιπόν για ένα κλισέ που θα μπορούσαμε να πούμε ότι υιοθετείται άλλοτε σαν επωδός (ένα βαυκαλιστικό μοτίβο) και άλλοτε σαν επωδή, σαν ξόρκι, που ελπίζουμε ότι θα μας βοηθήσει να αποδιώξουμε το κακό ή να το μετριάσουμε.

Πολλά θα είχε να πει κανείς και για την κυματιστή ασάφεια του σήματος της επιτροπής «Ελλάδα 2021» και για τις πολιτικού ή ιστορικού χαρακτήρα αστοχίες του επίσημου ιστότοπου, και βέβαια για το εναρκτήριο μήνυμα της κ. Γιάννας Αγγελοπούλου, προέδρου της Οργανωτικής Επιτροπής των εορτασμών για τα διακόσια χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Μένω ωστόσο εδώ σε μία μόνο φράση του μηνύματος αυτού, η οποία άλλο δεν κάνει παρά να αναπαράγει με τον πλέον επίσημο τρόπο μια κοινοτοπία που την προσκυνούμε σαν αυταπόδεικτη και αναμφισβήτητη αλήθεια, ενώ είναι δημιούργημα μιας πνευματικής αυθαιρεσίας.

Είπε λοιπόν ανάμεσα στ’ άλλα η κ. Αγγελοπούλου: «Διακόσια χρόνια. Δεν είναι απλώς ιστορία – είναι μια μεγάλη ευκαιρία: Είναι η ευκαιρία μας να ξεφύγουμε απ’ την καθημερινότητα. Να γιορτάσουμε όπως μόνο οι Ελληνες ξέρουμε». Να πιούμε το κρασί του Εικοσιένα για να την αλλάξουμε την καθημερινότητά μας είναι βέβαια το ζητούμενο, κι όχι για να της ξεφύγουμε –σαν δραπέτες της πραγματικότητας– για δέκα ή είκοσι μέρες, σε πέντε ή δέκα εορταστικές εκδηλώσεις και «αναπαραστάσεις» ηρωικών πράξεων, κι ύστερα να την ξαναβρούμε μπροστά μας ίδια κι απαράλλαχτη. Δεν είναι Ολυμπιάδα η Επανάσταση, αλίμονο αν την προσεγγίσουμε έτσι. Αλίμονο αν τη δούμε μέσα από το πλάνο πρίσμα που γράφει πάνω του «μόνο οι Ελληνες».

Αλλά τι πάει να πει στ’ αλήθεια η πρόταση «να γιορτάσουμε όπως μόνο οι Ελληνες ξέρουμε»; Γιορτάζουμε όλοι μας παρόμοια; Σε πανηγύρια, σκυλάδικα ή ντισκοτέκ; Κι ύστερα, κάθε λαός γιορτάζει με τον τρόπο του, που είναι απολύτως δικός του και πάντως ούτε ανώτερος και ευγενέστερος ούτε κατώτερος οποιουδήποτε άλλου ή πιο αγροίκος. Αυτό το δογματικότατο «μόνο» μάς χωρίζει από όλους τους άλλους λαούς, για να μας τοποθετήσει σ’ ένα ψηλό βάθρο που δεν έχει ισχυρά στηρίγματα, ριζωμένα σε κάποια τεκμηριωμένη αλήθεια. Τα στηρίγματά του είναι τόσο γερά όσο τα στηρίγματα όλων των υπόλοιπων αυτάρεσκων «μονολογιών» που κυκλοφορούν στη δημόσια σφαίρα και πολλοί τις σέβονται σαν να γράφτηκαν πάνω στις πλάκες του Μωυσή.

Θυμίζω μερικές: «Μόνο την ελληνική γλώσσα δέχονται ως νοηματική οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, γι’ αυτό και ο Μπιλ Γκέιτς πρόσταξε τα στελέχη της εταιρείας του να μάθουν ελληνικά» (πράγμα που ισχύει όσο και ο δημοφιλής θρύλος ότι ο Χένρι Κίσινγκερ έστησε ολόκληρη συνωμοσία «για να τσακίσει το αντάρτικο ελληνικό πνεύμα»).

«Μόνο η ελληνική έχει εκατομμύρια λέξεις» (πράγμα που ευτυχώς δεν συμβαίνει, γιατί αλλιώς, με ανέφικτη τη συνεννόηση, θα είχαμε προσχωρήσει στη σιωπή, κι όχι την πενταετή πυθαγόρεια αλλά την ισόβια). «Μόνο η αρχαία ελληνική γλώσσα θεραπεύει τη δυσλεξία» (πιθανόν και την αριστεροχειρία). «Οι άγγελοι στον παράδεισο μιλούν μόνο ελληνικά» (ένας επιπλέον ποιητικός αφορισμός, του Νίκου Εγγονόπουλου αυτός, που, νοθευόμενος, παρασταίνεται σαν νόμος της Ιστορίας). «Μόνο η ελληνική έχει τη λέξη κέφι», η οποία όμως, πριν γίνει και ελληνική ήταν αραβική και τουρκική.

Εχουν φυτρώσει κι άλλοι πολλοί μύθοι «μονότητας» και μοναδικότητας στα χωράφια της γλώσσας, ας πάμε εντούτοις κάπου αλλού: στα βιολογικά, τα γονιδιακά μάλλον. «Μόνο στα γονίδια των Ελλήνων είναι γραμμένη η νίκη», δήλωνε το ολυμπιακό 2004 η αθλήτρια κ. Φανή Χαλκιά.

«Μόνο τα γονίδια των Ελλήνων είναι αντιρατσιστικά», διατράνωσε κάποτε την πρωθυπουργική πεποίθησή του ο κ. Αντώνης Σαμαράς, δημαγωγώντας ερήμην της πραγματικότητας. Θα προσθέταμε τη μοναδική ικανότητα των νεοελληνικών γονιδίων να λειτουργούν σαν αυτόματος μεταφραστής της αρχαίας ελληνικής, αλλά θα προκαλούσαμε τον ειρωνικό γέλωτα των επιτυχημένων φροντιστών.

Πάμε στα θεολογικά. «Ευλογημένος του Κυρίου λαός» ο ελληνικός, κήρυττε ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. «Ο Θεός είναι Ελληνας», πλειοδοτούσαν άλλοι ιεράρχες, που δεν τους ικανοποιούσε ο απλός θεϊκός φιλελληνισμός. Μόνο που, με βάση τα δόγματα του ίδιου του χριστιανισμού, αν ο Θεός είναι Ελληνας (ή Γερμανός ή Ιταλός κ.λπ..), και όχι οικουμενικός, απλώς δεν υπάρχει.

Αυτά κι άλλα παρόμοια αυτοαποθεωτικά όταν λυγίζουμε τη μια άκρη του ραβδιού. Οταν όμως μας παίρνει το παράπονο και λυγίζουμε την άλλη άκρη, ανακαλύπτουμε ή επινοούμε καταθλιπτικά αρνητικές μοναδικότητες, σαν να θέλουμε να επικυρώσουμε το απαξιωτικό δόγμα του κ. Κ. Σημίτη, «Αυτή είναι η Ελλάδα», ή τον ισοπεδωτικό αφορισμό του κ. Διονύση Σαββόπουλου, «Στην Ελλάδα ζεις, δεν υπάρχει ελπίς». Ανάγουμε λοιπόν το μερικό σε ολικό και το περιστασιακό σε διαχρονικό και διατεινόμαστε ότι μόνο εδώ υπάρχει τόση διαφθορά και τέτοια διαπλοκή, μόνο εδώ οδηγούμε με το κινητό στο ένα χέρι και το κομπολόι στο άλλο, μόνο εδώ καπνίζουμε και στα νοσοκομεία, μόνο εδώ λεηλατούμε το περιβάλλον κ.λπ. Περνώντας ταχύτατα από την αυτοεξιδανίκευση στην αυτοϋποτίμηση, ζορίζουμε άγρια το ραβδί της αυτογνωσίας. Και κάποια στιγμή θα το σπάσουμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ