Αιμίλιος Χαρμπής ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Ενας σπουδαίος ρέκορντμαν της υποκριτικής τέχνης

ΚΟΣΜΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Οταν διαβάζεις τον τίτλο «Πέθανε ο Εξορκιστής του σινεμά», κανονικά το μυαλό θα έπρεπε να παίρνει στροφές... σουρεαλισμού. Ολοι ωστόσο γνωρίζουν ποιος είναι ο «Εξορκιστής», καθώς και την ψιλόλιγνη, αυστηρή φιγούρα του Μαξ φον Σίντοφ, με την οποία έχει ταυτιστεί. Το παράδοξο βέβαια με τον Σουηδό ηθοποιό που έφυγε από τη ζωή το περασμένο Σαββατοκύριακο στα 90 του χρόνια, είναι πως ενώ η μεγάλη πλειονότητα τον έχει στο νου της μέσα από 2-3 ρόλους, εκείνος ήταν ένας αληθινός ρέκορντμαν της υποκριτικής τέχνης.

Πολύ δύσκολα θα βρει κανείς άλλους ηθοποιούς με πάνω από 150(!) συμμετοχές σε σινεμά και τηλεόραση στην καριέρα τους, ακόμα κι όταν αυτή εκτείνεται σε βάθος επτά δεκαετιών, όπως του Φον Σίντοφ. Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια δεν μιλάμε μόνο για ποσότητα: έντεκα ταινίες με τον συμπατριώτη του Ινγκμαρ Μπέργκμαν, αλλά και συνεργασίες με κινηματογραφιστές όπως ο Ντέιβιντ Λιντς, ο Γουίλιαμ Φρίντκιν, ο Γούντι Αλεν, ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο Σίντνεϊ Πόλακ, ο Ρίντλεϊ Σκοτ, ο Λαρς Φον Τρίερ, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ και πολλοί άλλοι. Ολοι τους τον ήθελαν, όχι απλώς επειδή ήταν καλός ηθοποιός, αλλά διότι έμοιαζε μοναδικός, με το επιβλητικό του παράστημα και το σκανδιναβικό βλέμμα του πάγου.

Αυτή την εντύπωση της αρχοντιάς, ακόμα και σε προχωρημένη ηλικία, μου έδωσε και όταν τον γνώρισα πέρυσι στην αυλή ενός παλιού σπιτιού στην Κηφισιά, όπου γίνονταν τα γυρίσματα της ταινίας «Echoes of the Past» του Νικόλα Δημητρόπουλου και του Δημήτρη Κατσαντώνη. Εκεί ο Φον Σίντοφ υποδύεται τον Νικόλα Ανδρέου, έναν επιζώντα της σφαγής των Καλαβρύτων, ο οποίος, γέροντας πια, ανακαλεί τις τραυματικές μνήμες του από τα χρόνια του πολέμου. Κάπως έτσι εκείνος πρόσθεσε και τον Ελληνα δίπλα στις υπόλοιπες (πολλές) εθνικότητες των χαρακτήρων που έχει υποδυθεί κι εγώ έμεινα με την απορία πώς τα καταφέρνει ακόμα και βρίσκει κίνητρα για να παίξει...

Για να γυρίσουμε στην αρχοντιά πάντως, αυτή δεν ήταν μόνο φυσικά εκπορευόμενη αλλά σε ένα βαθμό και επίκτητη. Γεννημένος το 1929 στο Λουντ της Σουηδίας, ο Μαξ φον Σίντοφ ήταν γιος του καθηγητή εθνολογίας Καρλ Βίλχελμ φον Σίντοφ και της βαρώνης Μαρίας Μαργκαρέτα φον Ράπε, η οποία πάντως στην πραγματικότητα ήταν απλή δασκάλα. Ο τίτλος ευγενίας ήταν σαν να πέρασε στο παρουσιαστικό του γιου, ο οποίος πάντως δήλωσε από νωρίς πως ήθελε να γίνει ηθοποιός, ενώ κατά τη στρατιωτική του θητεία υιοθέτησε και το μικρό όνομα «Μαξ», ξεσηκώνοντάς το από το ομώνυμο μεγάλο αστέρι ενός θεάτρου... ψύλλων.

Για να περάσει βέβαια κανείς από τους ψύλλους στο σπουδαίο σινεμά, χρειάζεται και τύχη. Αυτή του χτύπησε την πόρτα όταν το 1957, στον πρώτο του ουσιαστικά πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν του ανέθεσε να υποδυθεί τον Αντόνιους Μπλοκ, έναν καραβοτσακισμένο ιππότη των Σταυροφοριών, ο οποίος φτάνει στη χτυπημένη από την πανούκλα πατρίδα του. Στην εμβληματική «Εβδομη Σφραγίδα», η εικόνα του νεαρού Φον Σίντοφ που αναμετριέται σε μια παρτίδα σκάκι με τον Θάνατο είναι, δίχως αμφιβολία, μία από τις πιο αξέχαστες στην ιστορία του σινεμά, ενώ η ταινία συνολικά αποτελεί κομψοτέχνημα, από αυτά που διδάσκονται στις σχολές κινηματογράφου όλου του κόσμου.

Από εκεί και έπειτα ο δρόμος άνοιξε για τον Σουηδό ηθοποιό, ο οποίος ωστόσο για αρκετά χρόνια προτίμησε να παραμείνει στη Σκανδιναβία, κάνοντας ταινίες κυρίως με τον Μπέργκμαν –ανάμεσά τους οι επίσης αριστουργηματικές «Αγριες Φράουλες»– και αποφεύγοντας να ανοιχτεί στο εξωτερικό. Εκείνο που τελικά τον έπεισε ήταν μια πρόκληση, σπουδαία για κάθε ηθοποιό: να υποδυθεί τον Ιησού, πράγμα που έκανε στην επικών διαστάσεων «Ωραιότερη ιστορία του κόσμου» (1965) του Τζορτζ Στίβενς.

Κι από εκεί πίσω ξανά στον Μπέργκμαν, ενώ ταυτόχρονα κάνει και αρκετό θέατρο, ώσπου το 1973 αποδέχεται τον ρόλο του Πατέρα Μέριν, ενός Ιησουίτη ιερέα, ο οποίος καλείται να βοηθήσει έναν νεότερο συνάδελφο με τον δύσκολο εξορκισμό ενός δαιμονισμένου 12χρονου κοριτσιού. «Σκηνοθέτης της παλιάς σχολής, ο Φρίντκιν έβαζε τις φωνές, έβγαζε αφρούς από το στόμα, απέλυε τεχνικούς το πρωί και τους προσλάμβανε ξανά το απόγευμα. Εριχνε πυροβολισμούς στο πλατό για να τρομάξει τους ηθοποιούς και έπαιζε κασέτες με παράλογους ήχους σε ένταση που σου έδινε στα νεύρα [...] Μόνος του εκτίναξε τον προϋπολογισμό του “Εξορκιστή”. Μια μέρα, ενώ έκαναν γυρίσματα στη Νέα Υόρκη, λέγεται ότι έκανε ένα κοντινό σε ένα κομμάτι μπέικον που τηγανιζόταν και δεν του άρεσε ο τρόπος που ζάρωνε. Διέκοψε το γύρισμα όσο οι υπόλοιποι έψαχναν στη Νέα Υόρκη για μπέικον χωρίς συντηρητικά που θα έμενε ίσιο, δεν θα ζάρωνε. Ο Φρίντκιν δούλευε τόσο αργά, ώστε ένας τεχνικός που αρρώστησε και επέστρεψε στο γύρισμα έπειτα από τρεις μέρες, τους βρήκε ακόμα να κάνουν το πλάνο του μπέικον», διαβάζουμε στην απολαυστική «Κινηματογραφική Λέσχη» (εκδ. Πατάκη) του Ντέιβιντ Γκίλμουρ.

Αυτόν τον σκηνοθέτη είχε να αντιμετωπίσει ο Μαξ φον Σίντοφ στον σπουδαιότερο ρόλο της καριέρας του και τα κατάφερε, σε βαθμό που ο χαρακτήρας του να συγκαταλέγεται στους πιο αξέχαστους του κινηματογραφικού τρόμου. Ισως γι’ αυτόν τον λόγο αποφάσισε στη συνέχεια να δεχθεί πιο... ανάλαφρους ρόλους όπως εκείνος του Αυτοκράτορα Μινγκ στον κομίστικο «Φλας Γκόρντον» ή του βασιλιά Οσρικ στο «Κόναν ο Βάρβαρος». Οπως και να έχει, συνέχισε να κάνει ταινίες. Μικρές, μεγάλες, καλές, μέτριες – τα πάντα και απολύτως αδιάλειπτα· μέχρι και το 2016 δεν υπάρχει ούτε μια χρονιά που να μην κυκλοφόρησε κάποιο φιλμ ή σειρά στην οποία εμφανίζεται. Από τους τελευταίους του ρόλους ήταν αυτός του Κορακιού με τα Τρία Μάτια για το δημοφιλές «Game of Thrones», κερδίζοντας μάλιστα και μια υποψηφιότητα για βραβείο Emmy.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ