ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Βαθιά κοινωνικο-οικονομικό και όχι μόνο υγειονομικό είναι το τραύμα που δημιούργησε η πανδημία της COVID-19. Το τραύμα αυτό, που διαμορφώνει την κοινωνική συνείδηση αλλά και τα συναισθηματικά πεδία κυρίως των νέων, ήρθε μετά τη μακρόχρονη οικονομική κρίση και ενδέχεται να έχει σημαντικές συνέπειες στην αποτελεσματικότητα των προσπαθειών για ανασύνταξη της κοινωνίας. Οι γενιές της πανδημίας είναι ταυτόχρονα και γενιές της κρίσης και αυτές που πρέπει να αντιμετωπίσουν μέσα σε στενό χρονικό ορίζοντα, δύο μεγάλες καταστροφές.

Το παραπάνω είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας «Ο κοινωνικός μας εαυτός, η οικογένεια και οι κοινωνικές στάσεις την περίοδο των περιορισμών της πανδημίας της COVID-19 το 2020» που διεξήγαγαν οι καθηγητές Σωτήρης Χτούρης και Αναστασία Ζήση από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, μεταξύ 6 και 22 Απριλίου, με δεδομένα που συλλέχθηκαν διαδικτυακά με τη χρήση της πλατφόρμας SurveyBot.

Η φτώχεια και η ανεργία είναι οι πιο σημαντικοί κίνδυνοι για το 56,4% του δείγματος, ενώ ακολουθούν ο ιός COVID-19 ως ατομικός κίνδυνος υγείας (26,7%), η απώλεια των κοινωνικών σχέσεων (11,8%), η απώλεια των κοντινών ανθρώπων (4,8%). Το 19% κρίνει τη σημερινή κατάσταση πολύ αρνητικά, το 35% αρνητικά, το 13% με επιφύλαξη, ενώ μόνο το 5,6% βλέπει την κρίση της πανδημίας ως μια ευκαιρία. «Η πανδημία, μετά την κοινωνική εμπειρία της πρόσφατης οικονομικής κρίσης που έπληξε ιδιαίτερα τους νέους, κλείνει τη δυνατότητα για μεταναστευτικές ευκαιρίες στις αγορές εργασίες στις οποίες προσβλέπει κυρίως το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, αλλά και τις δυνατότητες εποχικής απασχόλησης στον κλάδο του τουρισμού, ο οποίος αποτέλεσε μια σημαντική διέξοδο και ευκαιρία στη δεκαετία της κρίσης» σημειώνει ο κ. Χτούρης.

Σημαντικές είναι και οι απώλειες που αφορούν την καθημερινή ρουτίνα και τους δεσμούς αμοιβαιότητας, οι οποίοι συντηρούνται και αναπαράγονται μέσα σε αυτήν. Από «αρκετά» έως «πολύ» και «πάρα πολύ» έλειψαν από τους ερωτώμενους οι φίλοι (63,5%), η πολιτιστική ζωή (60%), οι έξοδοι στα μαγαζιά (59%), οι έξοδοι στα καφέ και στους δημόσιους χώρους (53%), η οικογένεια (46%), η δουλειά (45%), οι σπουδές (43%), το εισόδημα (41%). «Οπως φαίνεται, οι κοινωνικοί δεσμοί συμπαράστασης με κύριο άξονα την οικογένεια και τα συγγενικά δίκτυα είναι ανθεκτικοί και αποτελούν το κύριο δίχτυ ασφαλείας, το οποίο λειτούργησε και κατά την προηγούμενη οικονομική κρίση. Ωστόσο, δεν διαπιστώνεται κάποια εγρήγορση ως προς την οργάνωση μιας προσωπικής κοινωνικής στρατηγικής και τίθενται σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τη διασφάλιση των επαγγελματικών και πρακτικών ικανοτήτων», αναφέρει ο κ. Χτούρης.

Το ίδιο στοιχείο ανιχνεύεται και στην έκφραση επιθυμίας για αυτοβελτίωση. Από «αρκετά» έως «πολύ» και «πάρα πολύ», οι ερωτώμενοι επιθυμούν να βελτιώσουν τις συνθήκες προσωπικής ζωής και ευδαιμονίας (66,5%), τις ικανότητες στην καθημερινή ζωή (63%), την εθελοντική συνεργασία και προσφορά (60%), την ενασχόληση με την τέχνη ή κάτι δημιουργικό (58,4%). Μικρότερης έντασης είναι το ενδιαφέρον για αυτοβελτίωση στη δουλειά (55%), αποφυγή κινδύνων (54%), δημιουργία οικογένειας ή σύσφιγξης των οικογενειακών δεσμών (47%), εκκίνηση μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας ή ενός δημιουργικού δικτύου (34%), απόκτηση πραγματικών φίλων (33%). Δηλαδή, όπως εξηγεί ο κ. Χτούρης, «η επιθυμία για βελτίωση επικεντρώνεται στο άτομο, που δείχνει να έχει “ηθικά” ενδιαφέροντα, καθώς δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αλληλεγγύη. Αυτό το ενδιαφέρον, όμως δεν αντανακλάται σε μια άμεση πρακτική, ειδικότερα όσον αφορά τον εθελοντισμό. Μόνο το 19,3% του τμήματος που θέλει να δείξει αλληλεγγύη, έχει και μια άμεση πρακτική συμμετοχή σε εθελοντικές οργανώσεις και υπηρεσίες. Επίσης, η βελτίωση των σχέσεων στην οικογένεια αφορά κυρίως τη χρηστικότητα του θεσμού στην εποχή της πανδημίας, όπως και στην εποχή της οικονομικής κρίσης, την παραμονή του ατόμου εντός του νοικοκυριού και των προστατευτικών ορίων της οικογένειας».

Οι αφανείς

Μεγαλύτερο είναι το ποσοστό του δείγματος που συσχετίζει συναισθήματα όπως αβεβαιότητα, φόβος, ανασφάλεια, αγωνία, σύγχυση με τον κίνδυνο της φτώχειας και της ανεργίας και μικρότερο εκείνο που τα συνδέει με την υγεία. Τα ποσοστά αυτά προδίδουν την ύπαρξη κοινωνικών και επαγγελματικών ομάδων που υφίστανται τις μεγαλύτερες επιπτώσεις στη φυσική και ψυχική τους υγεία, αλλά και στην εργασία, στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα και στις κοινωνικές τους σχέσεις. Αυτές οι ομάδες είναι οι καλλιτέχνες (μουσικοί, ηθοποιοί, ζωγράφοι, κ.ά.), επιστήμονες χωρίς σταθερή εργασία, εποχιακά εργαζόμενοι στον τουρισμό, στην αγροτική παραγωγή, την αλιεία, μειονότητες, άστεγοι, εξαρτημένα άτομα από ουσίες, άτομα υπό οργανωμένο περιορισμό ή εγκλεισμό, επιχειρήσεις, εργαζόμενοι και εθελοντές στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας.

«Η δημοσιότητα που δόθηκε στα θέματα υγείας κάλυψε διαστάσεις της πραγματικότητας που πρέπει να τις γνωρίζουμε προκειμένου να έχουμε πραγματικές ευκαιρίες και σχέδια ώστε να βγούμε από την κρίση. Η Ελλάδα τα πήγε καλά στην προστασία από τον κορωνοϊό, αλλά πρέπει να τα πάει επίσης καλά και στην ανασύνταξη της κοινωνίας μετά την επιστροφή στη ζωή χωρίς φόβο αλλά με κοινωνικό θάρρος, ελπίδα και δημιουργική επινόηση. Ας μην ξεχνάμε, καλώς ή κακώς, εμείς έχουμε το μεγάλο χρέος, κυρίως απέναντι στην επόμενη γενιά», καταλήγει ο κ. Χτούρης.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ