ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ

Η γραμματική των ποδιών

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΠΛΕΚΑΣ

Ο πλούσιος συλλέκτης καλωσορίζει τον ίδιο τον οδοιπόρο ζωγράφο στον πίνακα του Γκιστάβ Κουρμπέ «Bonjour Monsieur Courbet», 1854, λάδι σε μουσαμά, 129 x 149 εκ. © VISUALHELLAS.GR

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μα πού βρέθηκαν όλα αυτά τα πατίνια, τα καροτσάκια, τα ποδήλατα, τα παιδικά τρίκυκλα, όλοι αυτοί οι δρομείς, οι βαδιστές, οι εξερευνητές των περιαστικών βιότοπων; Πού κρύβονταν πριν όλοι αυτοί οι περιπατητές που πλημμύρισαν τους δρόμους τις μέρες της καραντίνας;

Μέσα στο δωμάτιό μου,
το νόημα του κόσμου μού διαφεύγει.
Όταν όμως περπατάω, βλέπω πως αποτελείται από τρεις, τέσσερις λόφους κι ένα σύννεφο.

Γουάλας Στήβενς

Δεν νομίζω πως είχα ξαναδεί τους Αθηναίους να περπατάνε τόσο μαζικά, με τέτοια αφοσίωση, σε τέτοια ποικιλία. Έβλεπες όλο αυτό το διάστημα στον δρόμο, ιδίως το απόγευμα, μόλις ο ήλιος λίγο χαμήλωνε, κάθε είδος και φυλή. Ερωτευμένα ζευγαράκια, βετεράνους μαραθωνοδρόμους, οικογένειες με μωρά, ηλικιωμένους –σε τριάδες για κάποιο λόγο–, νεοφώτιστους δρομείς, έφηβες φίλες με τους καφέδες στο χέρι.

Αλλά αυτοί που τραβούσαν την προσοχή μου ήταν κάποιοι –μεσόκοποι άντρες κυρίως–που καταλάβαινες, από μια κάποια αμηχανία στην κίνηση, από το ασταθές βήμα, από τη διστακτικότητα, πως κάνουν κάτι ασυνήθιστο. Σαν το περπάτημα να ήταν, έως τώρα, κάποιος εκκεντρικός νεωτερισμός. Βλέποντάς τους, δεν μπορούσες παρά να θυμηθείς πως για την ανθρώπινη εξέλιξη το να σταθούμε όρθιοι ήταν ένα τεράστιο επίτευγμα, πως το βάδισμα είναι μια διαρκώς αναβαλλόμενη καταστροφή, μια μακρά σειρά από ματαιωμένες πτώσεις.

«Πώς ξεκινάει; Οι μύες ενεργοποιούνται. Το ένα πόδι, πυλώνας που κρατάει όρθιο το σώμα, ανάμεσα σε ουρανό και γη. Το άλλο ένα εκκρεμές, ταλαντεύεται προς τα εμπρός. Η φτέρνα προσγειώνεται στο έδαφος. Ολόκληρο το βάρος του σώματος μετακυλίεται στην πατούσα. Το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού σπρώχνει και η ευαίσθητη ισορροπία του σωματικού μας βάρους μετατοπίζεται. Τα πόδια αλλάζουν ρόλο. Αρχίζει με ένα βήμα και μετά άλλο ένα, και ένα ακόμη –όπως τα χτυπήματα στο τύμπανο–, τα βήματα δημιουργούν ρυθμό, τον ρυθμό του βαδίσματος. Το περπάτημα είναι το πιο προφανές και το πιο παράδοξο πράγμα στον κόσμο».
 
Έτσι αρχίζει η Ρεμπέκα Σόλνιτ την περιπλάνησή της στο ταπεινό και αχανές πεδίο της ιστορίας του βαδίσματος. Στο βιβλίο της «Wanderlust: a history of walking» καταπιάνεται με αυτή τη δραστηριότητα που καταφέρνει να τρυπώσει σχεδόν σε όλες τις πτυχές του ανθρώπινου πολιτισμού, στην ανατομία, στην προϊστορική αρχαιολογία, στη θρησκεία, στον αστικό σχεδιασμό, στον αθλητισμό, στη φιλοσοφία, στη λογοτεχνία.

Από τον Ρουσώ («το μυαλό μου δουλεύει μόνο σε συγχρονισμό με τα πόδια μου») έως τον Ζ. Κ. Μπεϊλί, που μιλούσε για τη «γόνιμη γραμματική των ποδιών», οι στοχαστές και οι συγγραφείς όλων των εποχών αγάπησαν πολύ την απλή τέχνη του βαδίσματος, αλλά κανένας ίσως με την πίστη και την –έως τον θάνατο–αφοσίωση του Ρόμπερτ Βάλζερ.

«Χωρίς το περπάτημα θα ήμουν νεκρός!» αναφωνεί ο αφηγητής του «Περιπάτου», υπερασπιζόμενος την πολύτιμη συνήθειά του απέναντι σε έναν απρόσωπο εφοριακό που θεωρεί το βάδισμα κάτι ανάμεσα σε οκνηρία και κριτήριο πολυτελούς διαβίωσης.

«Χωρίς το περπάτημα και τον στοχασμό πάνω στη φύση που συνδέεται με αυτό, χωρίς αυτή την απολαυστική και ταυτόχρονα εξίσου διδακτική εξερεύνηση, αισθάνομαι και είμαι χαμένος. Εκείνος που περπατά πρέπει να παρατηρεί και να μελετά, με υπέρτατη αγάπη και προσοχή, το παραμικρό ζωντανό πράγμα, είτε είναι παιδί είτε σκυλί, κουνούπι, πεταλούδα, σπουργίτι, σκουλήκι, λουλούδι, άνθρωπος, σπίτι, δέντρο, φράχτης, σαλιγκάρι, ποντίκι, σύννεφο, βουνό, φύλλο ή ακόμα και ένα ασήμαντο κομμάτι πεταμένο χαρτί πάνω στο οποίο, ίσως, ένα αξιαγάπητο παιδί του Δημοτικού έγραψε τα πρώτα του αδέξια γράμματα».*

Ο ίδιος ο Βάλζερ υπερασπίστηκε παθιασμένα και δραματικά το δικαίωμα στη δημιουργική ονειροπόληση και στο βάδισμα. Και πέθανε στο καθήκον, ενώ περπατούσε έξω από την ψυχιατρική κλινική όπου ήταν έγκλειστος τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Τον βρήκαν πεσμένο στο χιόνι.

«Η έκπληξη, η απελευθέρωση, η αυτογνωσία που μας προσφέρει το ταξίδι μπορούν να προκύψουν τόσο από μια βόλτα γύρω από το τετράγωνο όσο και από τον γύρο του κόσμου, και το βάδισμα μας ταξιδεύει τόσο στα κοντινά όσο και στα μακρινά», αναφέρει η Σόλνιτ και προβληματίζεται για τη χρήση του όρου «ταξίδι» – ταξιδεύει κάποιος παλουκωμένος σε ένα στενό κάθισμα αυτοκινήτου ή αεροπλάνου; Είμαστε ταξιδιώτες σήμερα ή δέματα προς παράδοση; Οι τεχνολογίες που μας απελευθερώνουν –προσφέροντάς μας υποτίθεται χρόνο– δεν μας εγκλωβίζουν ταυτόχρονα μπροστά σε κάθε μεγέθους οθόνες, στερώντας μας τον χώρο;

Ας συνεχίσουμε λοιπόν να περπατάμε τώρα που κάναμε την αρχή και ίσως περπατώντας να  σκεφτούμε και τι είδους ταξιδιώτες θέλουμε να είμαστε και σε ποιες πόλεις θέλουμε να βαδίζουμε. «Πού θα βρισκόμασταν εμείς οι καημένοι άνθρωποι, αν δεν υπήρχε η πιστή γη; Τι άλλο θα είχαμε, αν δεν είχαμε αυτό το Ωραίο και το Καλό; Πού αλλού θα βρισκόμουν, αν δεν μπορούσα να ήμουν εδώ;»*

 *«Ο περίπατος», Ρόμπερτ Βάλζερ, μτφ. Τέο Βότσος, εκδόσεις Γαβριηλίδης

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ