ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Θράκη, μαγική και άγνωστη πατρίδα...

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Μουσουλμάνος στο χωριό Σέμελη της Θράκης. Φωτογραφία της Πέπης Λουλακάκη που εκτέθηκε στο Μουσείο Μπενάκη.

Στα μέρη της Θράκης ο Νικόλαος Γ. Πολίτης αλίευσε περί τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα μία από τις πολλές παραδόσεις και τους θρύλους που κατάφερε να συγκεντρώσει απ’ όλη την Ελλάδα. Το ανεκτίμητης αξίας υλικό συγκεντρώθηκε σε δύο τόμους υπό τον τίτλο «Παραδόσεις» και κυκλοφόρησε το 1904 (σήμερα, από τις εκδόσεις Γράμματα). Σε αυτές, ο Πολίτης φρόντισε και διέσωσε την ντοπιολαλιά με την οποία του αφηγούνταν όλες αυτές τις ιστορίες – προφανώς καταγράφοντας κοπιαστικά και σχολαστικά την αφήγηση, λέξη προς λέξη.

Από τις συγκλονιστικές του «Παραδόσεις», λοιπόν, μεταφέρω από μνήμης τον παρακάτω θρακιώτικο θρύλο: μια δασκάλα έστειλε ένα κορίτσι από το σχολείο, να της αγοράσει μετάξι πράσινο. Το κορίτσι ξεχάστηκε όμως και της πήρε άλλο χρώμα. Η δασκάλα την ξαναέστειλε μα το κορίτσι πάλι ξέχασε. Θύμωσε τότε η δασκάλα και πέρασε τη θηλιά της κλωστής στον λαιμό του κοριτσιού. Και τότε, η κοπέλα παρακάλεσε τον Θεό να τη μεταμορφώσει σε πουλί. Ο Θεός άκουσε την προσευχή του κοριτσιού και το μεταμόρφωσε σε δεκοχτούρα. Εξ ου και η μαύρη «κορδέλα» που μπορεί να διακρίνει κανείς στον λαιμό του πουλιού. Είναι η θηλιά της σκληρής εκείνης δασκάλας του μύθου – γι’ αυτό και το συγκεκριμένο πτηνό το διακρίνει ένα κελάηδημα λυπητερό.

Τέτοιοι θρύλοι και παραδόσεις απαντούν βεβαίως σε όλη την ελληνική επικράτεια. Ωστόσο, μπορεί κάτι να μας λέει για τη «μοναδικότητα της Θράκης»: δεν το έχω ερευνήσει, δυστυχώς, για να το τεκμηριώσω, αλλά θα αποτολμούσα ένα στοίχημα, ότι αν όχι ο ίδιος θρύλος, πάντως μια κοντινή παραλλαγή του θα κυκλοφορούσε κάποτε και σε χείλη μουσουλμάνων και Εβραίων της περιοχής. Αν σήμερα η μαγεία εκείνων των θρύλων έχει χαθεί, ίσως αυτό που μένει να είναι το «λυπητερό κελάηδημα» – ειδικά όταν τόποι και κοινωνίες όπως η Θράκη γίνονται αντικείμενο μικροκομματικών σκοπιμοτήτων από τη λεγόμενη «πολιτική μας ελίτ».

Ενας τέτοιος θρύλος υποδηλώνει, επίσης, ότι σε κάθε τόπο υπάρχει πάντοτε μια κρυμμένη ζωή, πίσω και πέρα από στερεότυπα και προεκλογικά τερτίπια. Ζητήσαμε λοιπόν από δύο σημαντικούς Ελληνες συγγραφείς που συνδέονται με τη Θράκη, βιωματικά και συγγραφικά, να μας μεταφέρουν κάτι από αυτή την αφανή ζωή του τόπου τους. Μιαν άλλη αύρα, αν προτιμάτε, μακριά από τη μολυσματική μικροπολιτική. Ο λόγος σε συνάρτηση με την εικόνα – κυρίως τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Πέπης Λουλακάκη, από την έκθεση του Μουσείου Μπενάκη (Κουμπάρη) «Θράκη. Τόσο κοντά, τόσο μακριά. Ο μουσουλμανικός κόσμος της».

Ενα οδοιπορικό που συνεχίζεται ακόμη
Θεόδωρος Γρηγοριάδης*
  
To 1989 έφυγα από την Ξάνθη, όπου εργαζόμουν ως καθηγητής Αγγλικών και ήρθα στην Αθήνα για να δοκιμαστώ ως συγγραφέας. Μαζί μου κουβαλούσα το χειρόγραφο του μυθιστορήματος «Κρυμμένοι άνθρωποι», που μιλούσε για ένα απομακρυσμένο μειονοτικό χωριό στα σύνορα της χώρας. Είχα επιλέξει έναν αλληγορικό τρόπο να μιλήσω για τα χωριά που με είχαν εμπνεύσει: τα Πομακοχώρια της Ξάνθης. Ηταν ταμπού τότε να συζητάς για μειονοτικά ζητήματα και στο γυμνάσιο του Εχίνου, είκοσι οκτώ χιλιόμετρα από την Ξάνθη, μας ανέβαζε μισθωμένο ταξί της Νομαρχίας, ενώ περνούσαμε τρία φυλάκια με μπάρες. Βρισκόμουν σε μια επιτηρούμενη ζώνη και αναρωτιόμουν γιατί συνέβαιναν όλα αυτά.

Η Ξάνθη ήταν η κατάληξη ενός προσωπικού οδοιπορικού που συνεχίζεται ακόμη. Γεννημένος στο Παγγαίο, που στην αρχαιότητα οριζόταν ως Θρακικό, ανακάλυψα τη Θράκη τη δεκαετία του εβδομήντα, όντας φοιτητής ανήσυχος στη Θεσσαλονίκη, που αναζητούσε, μετά τη φοιτητική Θεσσαλονίκη, μια μακρινή επικράτεια, ερεθιστική και εξωτική. Ντόπιοι φίλοι και φίλες με έφεραν στα χωριά τους, που με γοήτευσαν εξ αρχής όπως και η υπόλοιπη θρακική χώρα: η μυθολογία, η αίσθηση των συνόρων και των ορίων, η τουρκική γειτνίαση, οι διαφορετικές ράτσες και γλώσσες, πανηγύρια και παλαίστρες, αλλά πρωτίστως οι Θρακιώτες: οι πιο φιλόξενοι και ευαίσθητοι Ελληνες.

Ο διορισμός μου, το 1982, στο μακρινό γυμνάσιο των Δικαίων, ήταν τυχαίος, όμως το εξέλαβα ως μια μοιραία στιγμή που καθόριζε την πορεία μου: Δίκαια, Ορεστιάδα, Διδυμότειχο, Ξάνθη, Μάνδρα, Πολύσιτος, Αβδηρα, Εχίνος. Ηδη οριζόταν ένας λογοτεχνικός χάρτης αντίστοιχος της μυθοπλαστικής φοκνερικής πολιτείας. Καφενεία δίπλα σε αρχαία χαλάσματα, θάλασσες και σπηλιές ομηρικές, βιότοποι και αμπέλια, αντιτουριστικές παραλίες, πεδιάδες και οροπέδια, ο Εβρος, αποδράσεις στην Αδριανούπολη. Ολη αυτή η αισθαντική και πολύμορφη ανθρωπογεωγραφία καταγράφτηκε στα περισσότερα βιβλία μου, όπως «Τα νερά της χερσονήσου», «Ο παλαιστής και ο δερβίσης», «Παρτάλι», ωστόσο ο προβληματισμός μου παραμένει: πώς γίνεται ένας τόπος χίλια χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα, άρα εγγύτερα στην καρδιά της Ευρώπης, να έχει χαρακτηριστεί από παλιά τόπος δυσμενούς μετάθεσης, πολιτικών και εθνικιστικών αντιμαχιών και με πρωτεία σήμερα στην ανεργία;

Ομως εκεί, έξω από την Ξάνθη, στο χωριό Σέλινο, βρίσκεται ο Τεκές Κιουτουκλού Μπαμπά, ένα ταφικό οθωμανικό μνημείο, θρησκευτικός χώρος για τους μουσουλμάνους και τους χριστιανούς κάτοικους της περιοχής. Για τους μουσουλμάνους είναι ο τάφος του δερβίση Κιουτουκλού Μπαμπά, ενώ ένα σημείο του κτίσματος έχει μετατραπεί σε προσκύνημα του Αγίου Γεωργίου από τους χριστιανούς. Εκεί, η Φιλοπρόοδη Ενωση Ξάνθης (ΦΕΞ), κάθε καλοκαίρι, μια βραδιά του Αυγούστου, οργανώνει μια μυσταγωγική συναυλία ανατολικής θρησκευτικής μουσικής. Εκεί θα προσέλθω και πάλι φέτος για να ανάψω διπλό κερί.

* Ο κ. Θ. Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας. Τελευταίο του μυθιστόρημα «Το μυστικό της Ελλης» (2012), ενώ το 2013 επανεκδόθηκε ο «Ναύτης». Και τα δύο βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη.

Η θρυμματισμένη μνήμη αντιστέκεται
Μισέλ Φαϊς**

Ενα καλοκαιρινό απόγευμα του 1988 στην Κομοτηνή, με φοβερή κουφόβραση, ο πατέρας μου (που έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60 υπήρξε ο μοναδικός δερματολόγος της Θράκης) κλείδωνε για τελευταία φορά τη σφυρήλατη πόρτα του ιατρείου του. Ο βραχύσωμος Δραμινός άφηνε πίσω του όχι μόνο το δίπατο πρώην εβραιομάγαζο του όψιμου 19ου αιώνα, που από το 1954 χρησιμοποιούσε ως ιατρείο του, αλλά κι ένα χαοτικό αρχείο ψηλαφήσεων, διαγνώσεων, αυτοσχέδιων φαρμάκων, πυκνή και συγκινητική αλληλογραφία με ασθενείς από τον Νέστο έως τον Εβρο, αλλά και πλήθος από ιατρικά σημειωματάρια με εγγραφές στην ελληνική, γαλλική, ακόμη και τουρκική (καθώς ο ψαρομάλλης Ασκεναζίμ με το που πάτησε το πόδι του στην πόλη φρόντισε να μάθει να μιλάει και να γράφει τούρκικα).

Σπαράγματα αυτού του υλικού μνήμης σκόρπισα, με διάφορες αφορμές, άλλοτε μετωπικά κι άλλοτε πλάγια στα βιβλία μου. Κάτι όμως που δεν μοιράστηκα αφηγηματικά είναι τα πεσκέσια, τα αντίδωρα υγείας που έφερναν στη Σερρών 28 οι ιαθέντες – ενίοτε και ως συμβολικό αντιτίμο ιατρικών υπηρεσιών.

Δύο εξ αυτών τα θυμάμαι σαν χθεσινή χειραψία.

Το πρώτο ήταν ένα ζευγάρι ορεινές πέρδικες σε κλουβί, εκτυφλωτικές σαν παγώνια, που έστειλε μέσω τρίτου ένας Πομάκος φούρναρης από την Οργάνη (θεραπευμένος από ιχθύαση· το δεύτερο, ένα φεγγαρόταψο σκαλισμένο περίτεχνα που χάρισε στον «ντόκτορ» ένας ψηλός Τουρκόγυφτος γανωματής από την Καλκάντζα (θεράπευσε τον πρωτότοκό του από κνίδωση γεννητικών οργάνων).

Συχνά σκέφτομαι ότι γενέθλιος τόπος μπορεί τελικά και να είναι μια επινόηση, μια αδιανόητη επιστροφή σε μια θαλπωρή (έστω και κλονισμένη), ένα ψυχικό τρικ για να αναχαιτίσεις τη φθαρτότητα.

Οσο παλιώνω μέσα στα κείμενα και στα όνειρα σ’ αυτό το «βορειοανατολικό φως» χάνομαι. Μάλλον σ’ αυτό το διαφεύγον φως συνάντησα, μετά από χρόνια, τον γερμανομαθή, νευροσυφιλιδικό τουρκομερίτη από τη Βιζύη – επειδή εν τέλει αυτά που μας μαγνητίζουν έρχονται από πολύ μακριά: από τα σπλάχνα μας. Ο Γ. Μ. Βιζυηνός, μεταξύ άλλων, στον ανυπέρβλητο «Μοσκώβ Σελήμ» σχεδιάζει την αυτοπροσωπογραφία του παρατηρώντας έναν καταπτοημένο Τούρκο ριγμένο στον ιστορικό βρασμό του καιρού του, καθώς μόνο η «κρίσιμη λογοτεχνία έχει τη μυστική συνταγή να μεταμορφώνει την ετερότητα σε ενδοσκόπηση, τη γλώσσα σε πολιτική, την εξορία σε ρίζωμα» («Ελληνική αϋπνία», 2004).

Με δυο λόγια, η θρυμματισμένη μνήμη αντιστέκεται σε «ενιαία συμπαγή πράματα», υπερασπίζεται και νοιάζεται «πράματα» παραπεταμένα, τσουβαλιασμένα ή λησμονημένα άλλοτε από το βαθύ ελληνικό ή τουρκικό κράτος κι άλλοτε από ευκαιριακές κομματικές στρατηγικές ή χρόνιες θεωρητικές αγκυλώσεις· έτσι είναι, όμως, η θρυμματισμένη μνήμη, απρόσμενη, ρευστή, αταξινόμητη, μια ουσία που συνεχώς καταφάσκει την αντινομία της, εξ ου και τόσο συχνά ζει, μιλάει και αισθάνεται υπέρ και ταυτόχρονα κατά του εαυτού της.

** Ο κ. Μισέλ Φάις είναι πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Τελευταίο βιβλίο του, «Το παγκάκι του κανένα» (Πατάκης, 2014).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ