ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Το Κύπελλο Πάσχα και το ΠΟΚ

Το Κύπελλο Πάσχα και το ΠΟΚ

Στα χρόνια του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, κατά τα οποία ο ρυθμός και η ένταση στη διάρκεια μιας μακράς περιόδου καταπονούν τους ποδοσφαιριστές, δεν υπάρχει εύκολα χώρος για παιχνίδια στις γιορτινές μέρες των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Πολλές δεκαετίες νωρίτερα, στην Ελλάδα επικρατούσε η αντίστροφη λογική. Το ποδόσφαιρο ήταν ερασιτεχνικό, τα έσοδα και οι αμοιβές των παικτών πενιχρά, το κοινό διψασμένο για περισσότερο θέαμα και συγκινήσεις. Από μια κόντρα με τη νεοσύστατη ποδοσφαιρική ομοσπονδία γεννήθηκαν τρία τουρνουά που έμελλε να γίνουν θεσμός στη συνέχεια, ακριβώς επειδή κέντρισαν το ενδιαφέρον του κόσμου πολύ περισσότερο από τα (συνήθως τοπικά) πρωταθλήματα, με συνέπεια να προσφέρουν μεγάλα έσοδα στις ομάδες και ένα σημαντικό κίνητρο για την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου στη χώρα.

Το ένα τουρνουά γινόταν τον Σεπτέμβριο και τα άλλα δύο ήταν γιορτινά, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Διοργανωτές τους οι τρεις μεγάλες ομάδες του κέντρου (Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός, ΑΕΚ) και η έδρα τους η Λεωφόρος που στην πορεία των χρόνων μεγάλωσε, εκσυγχρονίστηκε και αποτέλεσε για πολλές δεκαετίες το πιο λειτουργικό ποδοσφαιρικό γήπεδο της Ελλάδας. Από τα τρία τουρνουά, αυτό του Πάσχα ήταν το πιο λαμπερό κυρίως λόγω των καιρικών συνθηκών που επέτρεπαν στους ποδοσφαιρόφιλους να συρρέουν κατά χιλιάδες στη Λεωφόρο για να παρακολουθούν, με γεμάτες τις τσέπες λόγω της γιορτής, καλοντυμένοι τα παιχνίδια και μετά να πηγαίνουν στην εκκλησία για να ζήσουν την κατάνυξη των άγιων ημερών.

Η αρχή έγινε έπειτα από μια αντιπαράθεση μεταξύ Ολυμπιακού και ΕΠΟ το 1927, η οποία τον απέκλεισε από κάθε εγχώρια διοργάνωση, ακόμα και από φιλικά παιχνίδια. Ο Παναθηναϊκός και η ΑΕΚ πήραν το μέρος του, συγκρότησαν μαζί του το περίφημο ΠΟΚ και αγνοώντας τον δικό τους τετράμηνο αποκλεισμό από την ΕΠΟ, άρχισαν να παίζουν μεταξύ τους φιλικά που μάζευαν στο γήπεδο πολύ περισσότερο κόσμο απ’ ό,τι τα επίσημα παιχνίδια των πρωταθλημάτων με τις άλλες ομάδες. Το επόμενο βήμα ήταν να διοργανωθούν τρία τουρνουά, με την επωνυμία Κύπελλα Σεπτεμβρίου, Χριστουγέννων και Πάσχα. Η επιτυχία ήταν εντυπωσιακή και η ανταπόκριση του κόσμου τεράστια για τα δεδομένα της εποχής, σε σημείο να γίνουν θεσμός ακόμα κι όταν ήρθη ο αποκλεισμός από την ΕΠΟ και οι τρεις «αποστάτες» επέστρεψαν στα πρωταθλήματά τους.

Το πρώτο Κύπελλο Πάσχα έγινε με φιλοξενούμενες τη γιουγκοσλαβική Μπεογράτσκι και μια μεικτή ρουμανική ομάδα από τη Σπάρτα και τη Βένους Βουκουρεστίου. Σε μια εποχή οπότε λόγω κόστους και χρόνου τα ταξίδια ήταν απαγορευτικά, η συμμετοχή των ξένων ομάδων πήρε μυθικές διαστάσεις και προσείλκυσε στη Λεωφόρο πολύ περισσότερο κόσμο από τις 6.000 που ήταν τότε η χωρητικότητά της. Η τεράστια επιτυχία έφερε και την ανάπτυξη. Η Λεωφόρος απέκτησε την πρώτη ξύλινη εξέδρα που είχε ποτέ γήπεδο στην Ελλάδα και αύξησε τη χωρητικότητά της κατά 1.200 θέσεις, που αποδείχθηκαν όμως ελάχιστες όταν στο επόμενο τουρνουά Πάσχα το 1928, ήλθαν στην Αθήνα οι περίφημες ουγγρικές ομάδες, Φερεντσβάρος και Ούιπεστ.

Το Κύπελλο Πάσχα συνεχίστηκε και μεταπολεμικά με τη συμμετοχή μόνο ελληνικών ομάδων, πιο φτωχό όμως λόγω της τεράστιας πληγής που είχαν αφήσει η Κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος. Παρέμεινε ένα σπουδαίο ποδοσφαιρικό γεγονός μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50, όταν το κατέκτησαν για πρώτη φορά δύο ξένες ομάδες, η γερμανική Κολωνία και η ρουμανική Πογκρέσουλ. Η δημιουργία του εθνικού πρωταθλήματος το 1959, η έναρξη των διεθνών διοργανώσεων, αλλά κυρίως η ολοένα αυξανόμενη αντιπαλότητα μεταξύ των τριών «μεγάλων» ομάδων, σε σημείο που τα μεταξύ τους παιχνίδια, ακόμα και τα φιλικά, να έχουν πολεμικό χαρακτήρα, ήταν οι βασικές αιτίες της παρακμής.

Το ποδόσφαιρο έγινε ημιεπαγγελματικό, το ενδιαφέρον του κόσμου στράφηκε κυρίως στο πρωτάθλημα και παρά την προσπάθεια για την αναβίωσή του, το Κύπελλο Πάσχα σταμάτησε οριστικά τον Μάιο του 1964, έπειτα από μεγάλα επεισόδια που έγιναν στον αγώνα του Ολυμπιακού με την ΑΕΚ, με αφορμή την ακύρωση ενός γκολ που σημείωσε ο Νεστορίδης. Ηλθε έτσι άδοξο τέλος σε μια διοργάνωση που είχε για πολλά χρόνια ρομαντικό χαρακτήρα και συνέβαλε τα μέγιστα στην εξάπλωση του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα, πριν πληγωθεί ανεπανόρθωτα από φαινόμενα που ταιριάζουν πολύ περισσότερο με την τωρινή, πιο ταραχώδη, εποχή.c