ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Στην «ουρά» το βλέμμα των ομάδων

23anastas1

Στο ίδιο έργο θεατές, η έναρξη του νέου πρωταθλήματος της Σούπερ Λίγκας δεν γεννά μεγάλες προσδοκίες ούτε και πυροδοτεί τον ενθουσιασμό των φιλάθλων, όπως συνέβαινε παλαιότερα στην αρχή κάθε νέας περιόδου. Το επίπεδο του ανταγωνισμού παραμένει χαμηλό τουλάχιστον σε επίπεδο κορυφής, η ποιοτική αναβάθμιση του πρωταθλήματος μοιάζει με όνειρο θερινής νυκτός, η έλλειψη οικονομικών πόρων εξακολουθεί να ταλανίζει τις περισσότερες ομάδες, οι γηπεδικές εγκαταστάσεις και οι υποδομές ουδόλως βελτιώθηκαν, το μικρόβιο της αναξιοπιστίας και της καχυποψίας δηλητηριάζει την εξέδρα και κρατά την πλειοψηφία των φιλάθλων μακριά από τις εξέδρες, όπως φαίνεται από το αναιμικό ενδιαφέρον τους για την αγορά εισιτηρίων διαρκείας.

Η στροφή των ομάδων σε Ελληνες παίκτες θα μπορούσε να τονώσει το ενδιαφέρον, ειδικά στην περιφέρεια, αλλά προέκυψε άναρχα τα τελευταία χρόνια κυρίως λόγω της έλλειψης χρημάτων για την απόκτηση ποιοτικών ξένων ποδοσφαιριστών και όχι βάσει ενός οργανωμένου σχεδίου, με στόχο να αξιοποιηθεί στον μέγιστο βαθμό η δεξαμενή ταλέντων του ελληνικού ποδοσφαίρου. Αλλωστε, ο «αφρός» των Ελλήνων ποδοσφαιριστών αγωνίζεται πλέον στο εξωτερικό, γεγονός που υποβαθμίζει ακόμη περισσότερο την ποιότητα του πρωταθλήματος. Η αναγκαστική ελληνοποίηση του ρόστερ των περισσότερων ομάδων ίσως φέρει μεγαλύτερους καρπούς τα επόμενα χρόνια, προς το παρόν όμως κρατά τον πήχυ των απαιτήσεων χαμηλά, ειδικά όταν το μέτρο σύγκρισης είναι ο βαθμός ανταγωνιστικότητας σε επίπεδο ευρωπαϊκών διοργανώσεων. Οι επιτυχίες εκτός συνόρων είναι σαφώς πολύ λιγότερες σε σχέση με πριν από μία δεκαετία.

Αν και το περυσινό εγχείρημα αποδείχθηκε στην πράξη κάθε άλλο παρά επιτυχημένο, το εφετινό θα είναι ξανά ένα πρωτάθλημα 18 ομάδων. Με δεδομένα τα πολλά οικονομικά προβλήματα που απειλούν τη βιωσιμότητα των περισσοτέρων ΠΑΕ, θα έπρεπε να είχαν παρθεί προ καιρού γενναίες αποφάσεις για τη δραστική μείωση του αριθμού των ομάδων, αλλά οι πολιτικές και συντεχνιακές σκοπιμότητες έχουν φορτώσει στη Σούπερ Λίγκα ένα βάρος που δεν μπορεί να το αντέξει. Οι 18 ομάδες είναι πάρα πολλές μέσα σ’ αυτό το δυσοίωνο οικονομικό περιβάλλον, γι’ αυτό και η διόρθωση θα γίνει εφέτος με πολύ πιεστικό τρόπο. Αντί για δύο, θα υποβιβαστούν απευθείας στη Φούτμπολ Λιγκ τέσσερις ομάδες, ώστε το επόμενο πρωτάθλημα να διεξαχθεί με τη συμμετοχή 16 ΠΑΕ. Αν δεν ξεχωρίσουν από την αρχή όσες δεν μπορούν να ακολουθήσουν, αυτή η πίεση ίσως αυξήσει τον βαθμό ανταγωνιστικότητας στην ουρά του πρωταθλήματος, αλλά δύσκολα θα επηρεάσει την κορυφή μιας και οι διαφορές παραμένουν τεράστιες.

Με «προίκα» τα έσοδα του Τσάμπιονς Λιγκ τα οποία καρπώνεται μονίμως εδώ και πολλά χρόνια, ο Ολυμπιακός αποτελεί το ακλόνητο φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου. Ο Παναθηναϊκός με τον ΠΑΟΚ προβάλλουν ως οι σοβαρότεροι ανταγωνιστές του, αλλά δύσκολα θα τον απειλήσουν άμεσα μέχρι τέλους. Το πιθανότερο είναι ότι μαζί με τον Ατρόμητο και τον Αστέρα Τρίπολης θα συνθέσουν ξανά μια τετράδα που θα βρίσκεται ένα σκαλοπάτι πιο κάτω. Μόνο αν κάποιος, ειδικά ο Παναθηναϊκός με βάση το ειδικό βάρος του και την εξαιρετική εικόνα του στον περυσινό β΄ γύρο, καταφέρει να γίνει πιο άμεσα ανταγωνιστικός στον Ολυμπιακό, θα τονωθεί το ενδιαφέρον σε ένα πρωτάθλημα που πέρυσι κρίθηκε στους τρεις πρώτους μήνες του όσον αφορά στη μάχη του τίτλου.

Οι υπόλοιπες ομάδες είναι πολύ μακριά και πολύ δύσκολα θα ξεχωρίσει κάποια ικανή να παίξει πιο σημαντικό ρόλο. Οι περισσότερες έχουν πρώτο στόχο να εξασφαλίσουν όσο πιο νωρίς γίνεται την παραμονή στην κατηγορία, μιας και ο συντελεστής δυσκολίας αυξάνεται σημαντικά με τον υποβιβασμό τεσσάρων και όχι δύο ομάδων. Δύσκολο να πει κανείς από τώρα ποια θα είναι η «έκπληξη» του πρωταθλήματος. Λίγο – πολύ, όλες όσες βρίσκονται πίσω από την περυσινή πρώτη πεντάδα βράζουν στο ίδιο καζάνι και σε ένα μαραθώνιο 34 αγωνιστικών ελάχιστες θα κοιτάξουν πιο ψηλά αντί να έχουν τα μάτια τους στραμμένα προς τα κάτω…

Η αποκέντρωση και οι απόντες

H απουσία της ΑΕΚ και του Αρη, δύο ομάδων από το κλειστό κλαμπ των «big five» του ελληνικού ποδοσφαίρου, καθιστά τη Σούπερ Λίγκα φτωχότερη εφέτος, με τη βιτρίνα της να έχει δύο μεγάλες ρωγμές ανάμεσα σε πολλές άλλες μικρότερες.

Η ΑΕΚ τουλάχιστον δείχνει να έχει μπει στον δρόμο της εξυγίανσης και να ετοιμάζεται για τη μεγάλη επιστροφή, σε αντίθεση με τον Αρη, ο οποίος παραμένει βυθισμένος στα προβλήματα και την αβεβαιότητα. Στον αντίποδα, η ιστορική Νίκη Βόλου επέστρεψε ξανά στα σαλόνια της μεγάλης κατηγορίας, έπειτα από σχεδόν πενήντα χρόνια απουσίας.

Είχε αγωνιστεί στην τότε Α΄ Εθνική για πέντε συνεχείς περιόδους τη δεκαετία του 1960, με τελευταία συμμετοχή της στο πρωτάθλημα του 1965-66. Η άλλη νεοφώτιστη, η Κέρκυρα, είναι παλιά γνώριμη και ομάδα – ασανσέρ της μεγάλης επαγγελματικής κατηγορίας, με ανόδους και υποβιβασμούς τα τελευταία δέκα χρόνια.

Ο χάρτης της εφετινής Σούπερ Λίγκας είναι ενδεικτικός της αποκέντρωσης που παρατηρείται από τότε που άρχισε η οικονομική κρίση. Από τις 18 ομάδες, μόνο τέσσερις (Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός, Ατρόμητος, Πανιώνιος) είναι από Αθήνα – Πειραιά και μόλις μία (ΠΑΟΚ) από τη Θεσσαλονίκη.

Οι άλλες 13 είναι από την περιφέρεια, με χαρακτηριστικό ότι τρεις εξ αυτών (ΟΦΗ, Εργοτέλης, Πλατανιάς) εκπροσωπούν την Κρήτη και η Κέρκυρα με την Καλλονή άλλα δύο μεγάλα νησιά. Δύο ομάδες (Σκόντα Ξάνθη, Πανθρακικός) είναι από τη Θράκη, μία από την Ηπειρο (ΠΑΣ Γιάννενα), μία από την Πελοπόννησο (Αστέρας Τρ.), δύο από τη Στερεά Ελλάδα (Παναιτωλικός, Λεβαδειακός), ενώ μόνο μία από τη Μακεδονία (Βέροια) και τη Θεσσαλία (Νίκη Β.).

Η Καλλονή ανακαίνισε το γήπεδό της και θα αγωνιστεί εφέτος στη Μυτιλήνη, ενώ πέρυσι αναγκάστηκε να δώσει… 34 παιχνίδια εκτός έδρας!

Το νέο πρωτάθλημα με τη «γλώσσα» των αριθμών

Πιο έντονο ελληνικό στοιχείο δεν υπάρχει μόνο στο ρόστερ των ομάδων της Σούπερ Λίγκας, αλλά και στους πάγκους τους. Από τους 18 προπονητές, οι 13 είναι Ελληνες και μόνο οι 5 ξένοι, με χαρακτηριστικό ότι όλοι τους είναι εκπρόσωποι της λατινικής σχολής του ποδοσφαίρου, με μόνη εξαίρεση τον Ολλανδό τεχνικό της Νίκης Βόλου, Γουίλιαν Βλουτ. Ο Μίτσελ του Ολυμπιακού, ο Τζενάρο Γκατούζο του ΟΦΗ, ο Χοσέ Κάρλος Γκρανέρο της Βέροιας και ο Χουάν Φεράντο του Εργοτέλη πιστοποιούν τη στροφή στη λατινική αγορά όσων ομάδων επιμένουν να επενδύουν σε ξένους προπονητές. Οι τέσσερις εξ αυτών είναι νεοφερμένοι στην Ελλάδα και μόνο ο Μίτσελ έχει παραστάσεις από τη Σούπερ Λίγκα.

Σημαντικό στοιχείο είναι, επίσης, ότι από τις 13 ομάδες που επιμένουν… ελληνικά, μόνο τέσσερις άλλαξαν τεχνική ηγεσία, ουσιαστικά τρεις, μιας και ο Τερεζόπουλος είχε διατελέσει πέρυσι πρώτος προπονητής του Πανιωνίου. Νέα πρόσωπα είναι ο Αναστασιάδης στον ΠΑΟΚ, ο Χριστόπουλος στον Πλατανιά και ο Τσιώλης στη Σκόντα Ξάνθη. Οι άλλες 9 ομάδες, 10 με τον Ολυμπιακό, κράτησαν τους προπονητές τους. Ο Παναθηναϊκός συνεχίζει με τον Αναστασίου, ο Ατρόμητος με τον Παράσχο, ο Αστέρας Τρίπολης με τον Βεργέτη, ο ΠΑΣ Γιάννενα με τον Πετράκη, ο Πανθρακικός με τον Μάντζιο, ο Λεβαδειακός με τον Παντελίδη, η Καλλονή με τον Μαντζουράκη, ο Παναιτωλικός με τον Χάβο και η Κέρκυρα με τον Γρηγορίου.

Από τον συνολικό τζίρο των περίπου 16 εκατ. ευρώ που διέθεσαν οι ομάδες της Σούπερ Λίγκας για νέους παίκτες, η μερίδα του λέοντος, μακράν του δεύτερου, ανήκει στον Ολυμπιακό. Ο πρωταθλητής επέλεξε για μια ακόμη χρονιά να «ξηλώσει» την ομάδα του και με την απόκτηση 14 παικτών κινήθηκε περισσότερο σε μια ποσοτική και όχι ποιοτική αναβάθμιση του ρόστερ του. Με εξαίρεση τον Μπενίτες που αποκτήθηκε με μεταγραφή, κινήθηκε στην αγορά των ελεύθερων παικτών, με πιο λαμπερά αποκτήματα τον Αφελάι (1+2 χρόνια) δανεικό από την Μπαρτσελόνα και τον Αμπιντάλ που έμεινε ελεύθερος από τη Μονακό, σε ηλικία 35 χρόνων. Ο Ολυμπιακός διέθεσε περίπου 7,5 εκατ. ευρώ για τα συμβόλαια των νεοφερμένων, συν άλλα 3,4 εκατ. ευρώ για τη μεταγραφή του Μπενίτες.

Ολες οι άλλες ομάδες μαζί δαπάνησαν λιγότερα από τα μισά χρήματα απ’ όσα διέθεσαν μόνοι τους οι «ερυθρόλευκοι». Ο ΠΑΟΚ μείωσε δραστικά το μπάτζετ του και ξόδεψε μόλις 1,5 εκατ. ευρώ για τους Γκολάσα, Ρατ, Μακ και Φακούντο Περέιρα, ποσό πολύ μειωμένο σε σχέση με την περυσινή, σπάταλη, πολιτική του. Ο Παναθηναϊκός, πιστός στο πλάνο της οικονομικής εξυγίανσης, δαπάνησε λιγότερο από 500 χιλ. ευρώ για τα συμβόλαια των Μπούι, Στιλ και Μπούρμπου. Στα ρηχά κινήθηκε και ο Ατρόμητος, με πιο σημαντικές προσθήκες τους Τάτο και Θαν. Παπάζογλου που αφέθηκαν ελεύθεροι από τον Ολυμπιακό. Πολλές μεταγραφές, 12 συνολικά, έκανε ο Αστέρας Τρίπολης, με τον Μάσα και τον Μπαντιμπαγκά να αποδεικνύονται έως τώρα… λίρα εκατό, έστω κι αν δεν χρειάστηκαν πολλά χρήματα για την απόκτησή τους.

Για τα οικονομικά δεδομένα του Πανιωνίου, η απόκτηση του Ιμπαγάσα συνιστά πολυτέλεια, έστω κι αν ο Αργεντινός είναι πλέον 38 ετών. Η Σκόντα Ξάνθη ενισχύθηκε σημαντικά με την επιστροφή του Παντελή Καπετάνου από τη Στεάουα Βουκ. και τον Κώστα Μανωλά, γιο του Στέλιου και ξάδελφο του συνονόματού του, του Ολυμπιακού. Ο Μανιάς πήγε από τον Αρη στον ΠΑΣ Γιάννενα, ο Ντάνι Φερνάντες από τον ΟΦΗ στον Πανθρακικό, ο Ουσμάν Κουλιμπαλί από την Μπρεστ στον Πλατανιά, ο Γιώργος Γεωργιάδης από τον ΠΑΟΚ στη Βέροια, ο Αντώνης Πετρόπουλος επέστρεψε στον ΟΦΗ, ο Καζναφέρης είναι πλέον παίκτης του Εργοτέλη, ο Μαλεζάς και ο Λεάντρο Κάπελ της Μπράγκα αποκτήθηκαν από τον Παναιτωλικό, ο Οράσιο Καρντόσο από την Κέρκυρα, η Καλλονή έκανε υπερβάσεις με τη μεταγραφή των Ανρί Καμαρά, Τσίμο Ναβάρο και Ντελγάδο, με τη Νίκη Βόλου να κλείνει τον χορό με την απόκτηση 24 (!) παικτών έως τώρα, εννιά εκ των οποίων δανεικοί και οι υπόλοιποι με πολύ χαμηλά συμβόλαια.

Εν ολίγοις, όσα στοίχιζε πριν από τέσσερα χρόνια μόνο το συμβόλαιο (χωρίς το κόστος της μεταγραφής) του Σισέ στον Παναθηναϊκό, διέθεσαν εφέτος οι 17 από τις 18 ομάδες της Σούπερ Λίγκας για τη μεταγραφική τους ενίσχυση! Σίγουρα το χρήμα δεν είναι πανάκεια ούτε και από μόνο του φέρνει την ευτυχία. Η τεράστια πτώση του τζίρου, όμως, δείχνει ότι πρέπει να γίνουν γενναίες τομές για να αποκτήσει η Σούπερ Λίγκα τη χαμένη της αξιοπιστία και να κερδίσει ξανά τους φιλάθλους. Με άδειες εξέδρες και άδεια ταμεία, θα βασιλεύει ο μονόφθαλμος σ’ ένα κόσμο τυφλών, αλλά αργά ή γρήγορα θα έλθει η ώρα να χάσει κι αυτός το καλό του μάτι…