ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Παθιασμένο ρομάντζο στην καλοκαιρινή Αθήνα

Ο Σεμπάστιαν Σταν και η Ντενίζ Γκαφ έχουν ακαταμάχητη χημεία σε παντός είδους... σκηνικά, τόσο στα νησιά όσο και στην Αθήνα.

Ο έρωτας δύο ξένων ανθρώπων οι οποίοι συναντιούνται στο ελληνικό καλοκαίρι είναι πολλές φορές ειπωμένος στο σινεμά. Το σκηνικό είναι γοητευτικό, τα πάθη και οι ορμές ξεχειλίζουν· αμέτρητοι τουρίστες άλλωστε τα έχουν ζήσει όλα αυτά στα νησιά μας μέσα στις δεκαετίες. Το «Monday», η νέα ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, αντλεί έμπνευση από τις ιστορίες τους επιχειρώντας να προχωρήσει και (λίγο) παρακάτω από το απλό ρομάντζο. Αυτές τις ημέρες το φιλμ έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο φεστιβάλ του Τορόντο κι εμείς ήμασταν από τους πρώτους που το είδαμε στην Ελλάδα.

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος είναι σίγουρα ένας κινηματογραφικός δημιουργός που δεν φοβάται να δοκιμάσει καινούργια πράγματα και να μεταλλαχθεί. Από την πρώτη του μεγάλου μήκους σκηνοθετική δουλειά στο εμπορικό «Bank Bang» (σε συνεργασία με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο) πέρασε στο «Wasted Youth», έναν φόρο τιμής στην ανήσυχη νεολαία της μετά Δεκέμβρη 2008 εποχής· στη συνέχεια, και με τη συνδρομή του Σύλλα Τζουμέρκα στο σενάριο, μας παρέδωσε το εξαιρετικό «Suntun», μια ταινία η οποία υμνεί τη φλόγα του ελληνικού καλοκαιριού ενώ ταυτόχρονα καταδύεται στα σκοτάδια της ανθρώπινης φύσης.

Και τώρα έχουμε το «Μonday», όπου τα πάντα ξεκινούν… Παρασκευή. Η δικηγόρος Κλόι και ο ξέγνοιαστος ντιτζέι Μίκι, Αμερικανοί και οι δύο, γνωρίζονται σε κάποιο ξέφρενο πάρτι στην Αθήνα και ο ερωτικός σπινθήρας πυροδοτείται ακαριαία. Το πρωί θα τους βρει γυμνούς στην παραλία υπό τα αυστηρά βλέμματα αστυνομικών, ενώ λίγο αργότερα θα φύγουν για κάποιο νησί. Τελικά εκείνη θα αποφασίσει να αναβάλει την επιστροφή της στις ΗΠΑ, με τους δυο τους να συγκατοικούν πίσω στην πρωτεύουσα.

Ο Παπαδημητρόπουλος γεμίζει την ταινία του με πάρτι, χορό, σεξ και ξεγνοιασιά· ένα επαναλαμβανόμενο γλυκό Σαββατοκύριακο που δεν λέει να τελειώσει, τουλάχιστον μέχρι να φτάσει τελικά η αναπόφευκτη… Δευτέρα. Ο Σεμπάστιαν Σταν («Εγώ, η Τόνια») και η θεατρική Ντενίζ Γκαφ βρίσκουν αβίαστα χημεία, παίζοντας μεταξύ τους αλλά και με τον φακό καθ’ όλη τη διάρκεια, ενώ δίπλα τους, σχεδόν ισότιμη πρωταγωνίστρια βρίσκεται η Αθήνα. Δύσκολα θα βρει κανείς στο σύγχρονο εγχώριο σινεμά τόσο τρυφερή και εύστοχη απεικόνιση της ταλαιπωρημένης πόλης· από μια αγνώριστη, γεμάτη φως Κυψέλη μέχρι τα πιο σκοτεινά στενά του κέντρου.

Αποκορύφωμα –και μακράν καλύτερη σκηνή της ταινίας– η ξέφρενη, γυμνή βόλτα με το μηχανάκι στη μέση του χειμώνα.

Φυσικά η ταινία έχει και αδυναμίες: η συνοχή και (κυρίως) η απτή ένταση του «Suntun» εδώ σε μεγάλο βαθμό απουσιάζουν, προς χάριν μιας πιο ανάλαφρης προσέγγισης. Η τελευταία ωστόσο μας χαρίζει πολλές απολαυστικές στιγμές με πρωταγωνιστές διάφορες γνώριμες και αγαπημένες φιγούρες του ελληνικού σινεμά, καθώς και μια υπέροχα αμήχανη εκτέλεση στη «Συννεφούλα» του Σαββόπουλου.