ΠΟΛΗ

Δραπετσώνα, η πόλη που θέλει να ανθήσει

Ο χώρος δυτικά της πόλης, που άλλοτε στέγαζε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, πλέον υποδέχεται τους κατοίκους της περιοχής.

Είναι βέβαια κλισέ, από εκείνα όμως που διατηρούν τη γοητεία τους: φτάνοντας σήμερα στη Δραπετσώνα, αφήνοντας τη βουή του λιμανιού του Πειραιά, το τραγούδι που πιθανότατα έχεις στα χείλη σου, είναι το πασίγνωστο ζεϊμπέκικο του Μίκη Θεοδωράκη, σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη, που πρωτοτραγούδησε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης το 1960. Να το θυμίσουμε; Μιλάει για ένα σπίτι που «το ’δερνε αγέρας κι η βροχή», αλλά που κάθε βράδυ, όταν το ζευγάρι του γυρνούσε απ’ τη δουλειά, τους πρόσφερε «γλυκιά απαντοχή». Πού ακριβώς να βρισκόταν όμως, σε μια συνοικία που πλέον διαθέτει όχι μόνο προσφυγικές πολυκατοικίες, αλλά και μερικές νέες και υπερσύγχρονες, όχι μόνο ξεθωριασμένες επιγραφές, αλλά και μοντέρνα εμπορικά καταστήματα; Τι δουλειά να έκαναν οι ένοικοι του σπιτιού της «Δραπετσώνας» και ποια να ήταν τα όνειρά τους;

Αν φανταστούμε, αυθαιρετώντας, ότι οι ήρωές μας ζούσαν στη Δραπετσώνα των αρχών του 20ού αιώνα, τότε η ζωή τους δεν θα ήταν ρόδινη. Δουλειές υπήρχαν. Εκεί βρίσκονταν από το 1906 το Ελληνικό Μηχανοποιείο και Ναυπηγείο Βασιλειάδη Α.Ε., το τσιμεντοποιείο Ζαβογιάννη-Ζαμάνη και από το 1909 η Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων. Την ίδρυσε ο Ν. Κανελλόπουλος, μέλος μιας περίφημης ομάδας «εθνικών» βιομηχάνων που είχαν σπουδάσει στην Ελβετία και έμεινε γνωστή ως «Κύκλος της Ζυρίχης». Από το 1913 το εργοστάσιο διέθετε και συνοικισμό για το εξειδικευμένο προσωπικό. Ηταν, μετά τα μεταλλεία του Λαυρίου, η πρώτη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας.

drapetsona-i-poli-poy-thelei-na-anthisei0
Κάποτε στη Δραπετσώνα συναντούσες τρώγλες και παραπήγματα, τα οποία όμως σταδιακά αντικαταστάθηκαν από πιο γοητευτικές προσφυγικές κατοικίες. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ)

Ωστόσο, ο μετασχηματισμός της Δραπετσώνας από βαλτώδες έλος σε βιομηχανική ζώνη είχε ήδη ξεκινήσει από λιμενικές επιχειρήσεις και ελαιουργεία ή σαπωνοποιεία που μεταφέρθηκαν εκεί, μη χωρώντας πια στον διαρκώς εξελισσόμενο Πειραιά, αλλά και από τα πρώτα κύματα νησιωτών μεταναστών ή Πόντιων προσφύγων. Η ιδιομορφία της περιοχής, ιδίως από το 1922 κι έπειτα, ήταν ότι ενώ άλλες προσφυγικές συνοικίες χτίστηκαν βάσει πολεοδομικών σχεδίων, εδώ, οι οικισμοί που «κολλούσαν» στο πλάι των εργοστασίων ήταν αυθαίρετοι. Οπως λέει ο Νίκος Μπελαβίλας, καθηγητής πολεοδομίας στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, «η Δραπετσώνα του 1922 ήταν μια φαβέλα, μια παραγκούπολη. Οι πρόσφυγες ζούσαν σε πλατείες, σε επιταγμένα κτίρια, στην Κρεμμυδαρού και στο Καστράκι, και από εκεί επεκτείνονταν σε όλη τη χερσόνησο».

Η Κρεμμυδαρού και το Καστράκι είναι ίσως οι πρώτες περιοχές που θα συναντήσει και ένας σύγχρονος περιηγητής. Τις αντικρίζει μετά τον Αγιο Διονύσιο, αφού διασχίσει μια μεταλλική πεζογέφυρα –το «γεφυράκι του ρεμπέτη» όπως λέγεται ότι το είχε βαφτίσει ο Γιάννης Παπαϊωάννου– και έπειτα στραφεί αριστερά, προς τη θάλασσα. Στο Καστράκι βρίσκεται η Ηετιώνεια Πύλη, που αποτέλεσε μέρος της οχύρωσης του Θεμιστοκλή. Η Κρεμμυδαρού είναι γνωστή από ένα ακόμη τραγούδι, το «Πέντε μάγκες στον Περαία» του Γιοβάν Τσαούς. Ωστόσο, όπως φοβόταν ο στιχουργός του, οι ξακουστοί τεκέδες της είναι παρελθόν.

ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

drapetsona-i-poli-poy-thelei-na-anthisei1
Ο πρώτος σταθμός τρένου του Πειραιά δημιουργήθηκε το 1904 στα όρια με τη Δραπετσώνα και το τρένο περνούσε κυριολεκτικά μέσα από τις συνοικίες της.ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Φυσικά, οι τεκέδες και κυρίως τα πορνεία κάποτε έδιναν τον τόνο στα Βούρλα της Δραπετσώνας. Εδώ ανεγέρθηκε ο «συνοικισμός των κοινών γυναικών» το 1876. Λειτούργησαν έως το 1940, οπότε μετατράπηκαν σε μεταγωγικό σταθμό από τους Ιταλούς και τελικά σε φυλακές – η απόδραση 27 κομμουνιστών το 1955, μέσα από τούνελ το οποίο έσκαψαν με πληροφορίες και με εργαλεία από τις αρραβωνιαστικές και τους συγγενείς τους, δεν είναι άγνωστη. Πίσω στα πορνεία όμως: Σύμφωνα με την ιστορικό Ελένη Κυραμαργιού, «όσο μεγάλωνε ο Πειραιάς υπήρχε ανάγκη για αλλαγή χρήσης χώρων. Το νεκροταφείο στον Αγιο Διονύσιο ήταν μικρό και μεταφέρθηκε στην περιοχή της Ανάστασης. Τα Σφαγεία πήγαν στον ομώνυμο όρμο. Και όταν άρχισε να γιγαντώνεται η πορνεία, απαιτήθηκε ένας νέος χώρος, ώστε οι εκδιδόμενες να μη βρίσκονται κοντά στις οικογένειες της πόλης». Ο στόχος επετεύχθη τότε. Σήμερα τα πορνεία των Βούρλων έχουν δώσει τη θέση τους σε πολυκατοικίες «ντιζαϊνάτες», όπου τίποτα επικίνδυνο δεν φαίνεται να συμβαίνει.

drapetsona-i-poli-poy-thelei-na-anthisei2
Δεν λείπουν και οι εικόνες από το «ζωντανό» λιμάνι.

Ισως, λοιπόν, έπειτα από τέτοιο στοίβαγμα ανθρώπων, υπηρεσιών και βιομηχανιών, εκείνο το ζευγάρι του τραγουδιού του Θεοδωράκη να είχε και σοβαρότατα ζητήματα ποιότητας ζωής, σωστά; Είναι αρκετές οι ιστορικές μαρτυρίες για τη μόλυνση της ατμόσφαιρας από τα τσιμεντάδικα και τα γυψάδικα της περιοχής ή για τη θάλασσα που βαφόταν κόκκινη όταν το εργοστάσιο των Λιπασμάτων άδειαζε απόβλητα. Σύμφωνα επίσης με την απογραφή του 1928, οι πρόσφυγες της Δραπετσώνας ήταν 28.000 – οι περισσότεροι κάθε προσφυγικής συνοικίας, αναλογικά με την έκτασή τους. Το 1935 κάποιοι στεγάστηκαν σε πολυκατοικίες, οι οποίες σήμερα έχουν για μοναδική συντροφιά τους μερικούς ξεραμένους φοίνικες.

«Η μάχη της παράγκας»

Οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις θέλησαν να στεγάσουν κάποιους «παραπηγματούχους» της περιοχής του Αγίου Φανουρίου σε νεόδμητες πολυκατοικίες, που τελικά χτίστηκαν την περίοδο της χούντας και σήμερα θυμίζουν καλοκάγαθα κουτιά πάνω από φαρδιούς δρόμους, ιδανικούς για νεαρούς με μηχανάκια που στέκονται στο πεζοδρόμιο και κορνάρουν διακριτικά. Δεν ήταν πάντα ήρεμα τα πράγματα: στις 14 Νοεμβρίου του 1960, οι «παραπηγματούχοι», φοβούμενοι ότι θα μείνουν ανέστιοι, συγκρούστηκαν με την αστυνομία και η μέρα έμεινε γνωστή ως «η μάχη της παράγκας». Λέγεται ότι τότε εμπνεύστηκαν τη «Δραπετσώνα» ο Θεοδωράκης και ο Λειβαδίτης, ίσως λοιπόν το σπίτι του τραγουδιού να βρισκόταν εκεί. Αρκετά όμως με τις αυθαιρεσίες· σύμφωνα με τον Νίκο Μπελαβίλα, εκείνες οι πολυκατοικίες «ήταν μέρος του τυπικού σχεδιασμού του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους του ’60. Ωστόσο, έφεραν στο DNA τους το πρόβλημα της γκετοποίησης».

Τα βιομηχανικά κουφάρια και το άρωμα της ανάπτυξης

drapetsona-i-poli-poy-thelei-na-anthisei3
Πρόσφατα και έπειτα από διεκδικήσεις, η περιοχή που φιλοξενούσε την Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων έχει μετατραπεί σε δραστήριο πολυχώρο, με μικρό θεατράκι, παιδικές χαρές και άλλες υποδομές αναψυχής. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ)

Εχοντας πλέον στον νου του όχι μόνο τραγούδια, αλλά και αμέτρητες ιστορίες για πρόσφυγες, εργάτες και ρεμπέτες (όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης που εργαζόταν στα Σφαγεία), τόσες που δεν χωρούν σε μια σελίδα, ο σύγχρονος περιηγητής της Δραπετσώνας θα περάσει και από το παλιό Εργοστάσιο Λιπασμάτων, που εδώ και λίγα χρόνια, έπειτα από διεκδικήσεις του Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας και των κατοίκων, έχει εν πολλοίς μετατραπεί σε πολυχώρο, με έντονο, αν μη τι άλλο, το στοιχείο της βιομηχανικής κληρονομιάς. Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο βομβαρδίστηκε, κατόπιν η πλειονότητα των μετοχών του αποκτήθηκε από τον Πρόδρομο Μποδοσάκη-Αθανασιάδη, η παραγωγή εκτινάχθηκε έως το 1970 που άρχισαν οι ζημίες, το 1999 έκλεισε οριστικά και σύντομα οι περισσότερες βιομηχανικές εγκαταστάσεις κατεδαφίστηκαν. Τώρα πια, τα Σαββατοκύριακα συναντάς ποδηλάτες, οικογένειες που κάνουν πικνίκ στα μεγάλα ξύλινα τραπέζια, συνταξιούχους με την εφημερίδα τους, πιτσιρίκια που απολαμβάνουν τις παιδικές χαρές, επίδοξους φωτογράφους ή σκηνοθέτες που αρέσκονται στα χρώματα της σκουριάς και του τσιμέντου, όλοι τους με φόντο τις πανύψηλες αλλά άκαπνες καμινάδες από τη μια, τα υπολείμματα του ταινιόδρομου Κράκαρη από την άλλη και μερικά ακόμα βιομηχανικά κουφάρια με ξεθυμασμένη αίγλη και με σπασμένα παράθυρα, ώστε να περνάνε ευκολότερα ο αέρας, ο χρόνος και οι αποφάσεις των Αρχών. Ειδικά ο αέρας είναι σημαντικός: αν φυσάει, η δυσοσμία της περιοχής, προερχόμενη όχι βέβαια από τα γυψάδικα, τα τσιμεντάδικα ή τα υαλουργεία, αλλά από τις σύγχρονες ρυπογόνες βιομηχανίες, γίνεται πιο υποφερτή. Μια πρόσφατη έρευνα του Αριστοτελείου επιβεβαίωσε το πρόβλημα. Η Ελένη Κυραμαργιού το τοποθετεί και σε ιστορικό πλαίσιο. «Σε όλη την ιστορία της Δραπετσώνας παρατηρείται μια υποβάθμιση των ανθρώπων», λέει. «Εκείνοι θεωρήθηκαν β΄ κατηγορίας επειδή ήταν πρόσφυγες ή κομμουνιστές και τα κέρδη των επιχειρήσεων κρίθηκαν πιο σημαντικά από τις αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης».