ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Γιάκομπς δίνει μια ευκαιρία στη «Λεονόρα» του Μπετόβεν

o-giakomps-dinei-mia-eykairia-sti-leonora-toy-mpetoven-561167332

Στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα κυριαρχεί ακόμη μια αξιολογική προκατάληψη με ρίζες στον 19ο. Θέλει τη δεξιοτεχνική μουσική και την όπερα, κυρίως την ιταλική και τη γαλλική, να αντιμετωπίζονται ως είδη επιφανειακά σε σχέση με τη συμφωνική μουσική και τη μουσική δωματίου.

Οι λόγοι για την επικράτηση αυτής της αντίληψης ξεφεύγουν από το πλαίσιο αυτού του σημειώματος. Σημασία έχει ότι άλλοτε τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, η καταξίωση για ένα συνθέτη ερχόταν πρωτίστως από τα κοντσέρτα και από τις όπερές του. Αυτήν επιζητούσε και ο Μπετόβεν. 

Χάρη στα κοντσέρτα του για πιάνο είχε γίνει γνωστός στη Βιέννη ως δεξιοτέχνης πιανίστας: το 1803 είχε ήδη παρουσιάσει τα τρία πρώτα. Σε ό,τι αφορά την όπερα, ασχολιόταν χωρίς αποτέλεσμα με ένα κείμενο του Σικανέντερ, του ανθρώπου που μαζί με τον Μότσαρτ είχαν δημιουργήσει τον «Μαγικό αυλό». Η νέα διεύθυνση του θεάτρου στον ποταμό Βιν πρότεινε στον Μπετόβεν να μελοποιήσει ένα θεατρικό του Ζαν-Νικολά Μπουγί, ιδιαίτερα δημοφιλές κατά τα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης. Ο τίτλος του ήταν «Λεονόρα ή η συζυγική αγάπη» και βασικά του θέματα ήταν η κατάχρηση εξουσίας, η άδικη πολιτική καταδίκη του κεντρικού χαρακτήρα, η αυτοθυσία και η αποφασιστικότητα της ηρωίδας του τίτλου, η τιμωρία του κακού και η αποκατάσταση της τάξης. Το έργο είχε ήδη αποτελέσει βάση για μια γαλλική όπερα και τα χρόνια εκείνα μελοποιούνταν στα ιταλικά από ακόμη δύο συνθέτες.

Ο καρπός της εργασίας του Μπετόβεν παρουσιάστηκε στις 20 Νοεμβρίου 1805. Ωστόσο, η Βιέννη ήταν τότε υπό γαλλική κατοχή κι έτσι δόθηκαν μονάχα τρεις παραστάσεις. Στη δεύτερη και στην τρίτη η αίθουσα ήταν άδεια. Ο Μπετόβεν απέσυρε το έργο, έκανε περικοπές και επανήλθε την επόμενη χρονιά, όμως και πάλι χωρίς επιτυχία. Επέμεινε, κι έτσι το 1814 παρουσίασε την τρίτη και οριστική δίπρακτη εκδοχή που τελικά επιβλήθηκε, μετονομασμένη από «Λεονόρα» σε «Φιντέλιο».

Σήμερα, αρκετοί είναι εκείνοι που θεωρούν ότι η αρχική τρίπρακτη «Λεονόρα» παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ανάμεσά τους ο Ρενέ Γιάκομπς τη θεωρεί δραματουργικά και μουσικά υπέρτερη. Δεν έμεινε στη θεωρία, αλλά πέρασε στην πράξη, παρουσιάζοντάς τη σε συναυλιακή μορφή σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, ανάμεσα στις οποίες και η Αθήνα (Νοέμβριος 2017). Παράλληλα, με την ίδια διανομή πραγματοποίησε ηχογράφηση, η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα (Harmonia mundi 902414.15). 

Σε σχέση με τον «Φιντέλιο», στη «Λεονόρα» η κατανομή των ρόλων είναι πιο ισορροπημένη, γεγονός που ενισχύει τον ρεαλισμό και τη θεατρικότητα του έργου χωρίς να αρνείται το κρίσιμο στοιχείο του ιδεαλισμού. 

Η επιλογή των τραγουδιστών αντανακλά τα ιδεώδη της εποχής. O Μαξιμίλιαν Σμιτ ως Φλόρεσταν δείχνει τις καταβολές του ρόλου στον Μότσαρτ. Η φωτεινή φωνή της Μάρλις Πέτερσεν και η αποφασιστικότητά της κάνουν θαύματα στον κεντρικό ρόλο, με αποτέλεσμα ένα πορτρέτο πιο πειστικό στο δίσκο απ’ ό,τι στη σκηνή. Η «Λεονόρα» έχει διακριτή ταυτότητα, διαφορετική από τον «Φιντέλιο» και το Eτος Μπετόβεν αποτελεί ιδανική αφορμή για την αποκατάστασή της.