ΒΙΒΛΙΟ

Να σώσουμε τις σχέσεις και τις λέξεις

Ο ψυχοθεραπευτής Κυριάκος Βλασσόπουλος μιλάει με αφορμή το βιβλίο του «Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε»

na-sosoyme-tis-scheseis-kai-tis-lexeis-561185767

Πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε (εκδ. Αρμός) το βιβλίο του ψυχοθεραπευτή και ομαδικού αναλυτή Κυριάκου Βλασσόπουλου, με τίτλο «Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε». Με τον εύγλωττο αυτό τίτλο, περιγράφει τη φύση της αμφιθυμίας και της ψυχικής σύγκρουσης που ενυπάρχει σε όλες τις στενές ανθρώπινες σχέσεις. Το υλικό προήλθε από ομιλίες που πρόσφερε στο Ιδρυμα Θεοχαράκη, αξιοποιώντας τη ζωντάνια και την αλληλεπίδραση της συνάντησης με το κοινό του. Αυτή η ζωντάνια, ιδίως κάτι τέτοιες μέρες όπως οι παρούσες, αναδεικνύεται ακόμα πιο σημαντική. Ο ίδιος, με την παρακαταθήκη των σπουδών του στη Θεολογία, προσφέρει στην κατανόηση των ψυχικών φαινομένων το βάθος της θεολογικής/φιλοσοφικής σκέψης. 

na-sosoyme-tis-scheseis-kai-tis-lexeis0
Το βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμός.

 

– Στο βιβλίο σας αναδεικνύετε τις ψυχικές συγκρούσεις και την απελπισία που νιώθουν οι άνθρωποι. 
– Ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται σε ένα από τα βασικότερα ζητήματα που έρχονται στην ψυχοθεραπεία, αλλά και εκτός αυτής: την αμφιθυμία και τη σύγκρουση, δηλαδή την ταυτόχρονη παρουσία αντίθετων συμπεριφορών, αισθημάτων και τάσεων, αγάπης και μίσους. Θυμάμαι έναν θεραπευόμενο σε ομάδα που μιλούσε για σχέση λατρείας με τον ηλικιωμένο πατέρα του, που όταν έτυχε να διαβάσει το «Γράμμα στον πατέρα» του Κάφκα, ανακάλεσε αντίστοιχα δικά του βιώματα με τον μέχρι τότε εξιδανικευμένο πατέρα. Φυσικά, κάθε φορά που αναδύονται στη θεραπευτική διαδικασία παρόμοια ζητήματα ο θεραπευτής συναντά και εκείνος δικές του εμπειρίες. Αλλά πέραν των γονεϊκών προσώπων, των αδελφών, συγκρουόμενα αισθήματα έχουμε και για τον εαυτό μας, αλλά και προς την ίδια τη ζωή. Ισως αυτή η αμφιθυμική σύγκρουση, που μέχρι ενός σημείου είναι στη φύση μας, δεν λύνεται ποτέ, κάνουμε απόπειρες να τη μετριάσουμε. Νομίζω ότι η αποδοχή, η συνειδητοποίηση και η εξημέρωση αυτού του ψυχικού «δαίμονα», όπως τον έλεγε ο Φρόιντ, πολλές φορές μέσα από επώδυνα συμπτώματα, μπορεί να ελευθερώσει επιθυμίες και δυνάμεις ζωής και ευχαρίστησης. 

– Το ίδιο το θέμα των σχέσεων επανατοποθετείται την εποχή του κορωνοϊού;
– Είναι πρωτόγνωρες συνθήκες, χωρίς προηγούμενο για τις δικές μας γενιές. Ισως για πρώτη φορά, αναφορικά με παλαιότερες πανδημίες, οι υγειονομικές συνέπειες, οι απώλειες ζωών να είναι μικρότερες από τις συνακόλουθες οικονομικές και κυρίως τις ψυχολογικές. Εβλεπα, σε κάποιες πρώτες έρευνες να παρομοιάζονται με τους ψυχικούς τραυματισμούς ύστερα από μεγάλες τρομοκρατικές επιθέσεις! Πράγματι, φαίνεται αυτές οι απειλητικές συνθήκες να δημιουργούν καταστάσεις ανοίκειου, δυστοπίας, να πυροδοτούν πολύ πρώιμα άγχη καταδιωκτικά, αποδιοργανωτικά στα άτομα αλλά και στις κοινωνίες. Εξ ου και όλες οι θεωρίες συνωμοσίας και άρνησης· Οι άνθρωποι παρανοούν και τρελαίνονται όταν η ένταση και το μέγεθος της απειλής δοκιμάζουν τις άμυνές τους. Δεν είναι εύκολο να αντέξει κανείς τη ρευστότητα, το αβέβαιο, το ενδεχομενικό, ακόμη και του επιστημονικού λόγου των ειδικών, που συνεπής με την ουσία της επιστήμης, απορεί, αναζητά, αποστερώντας την ανακούφιση της ασφάλειας. Είναι επείγουσα ανάγκη να κρατήσουμε ζωντανές τις σχέσεις και τις λέξεις, αυτοί ήταν πάντα οι τρόποι επιβίωσης όταν εισβάλλει το κακό: να σκεπτόμαστε ψυχικά αυτό που συμβαίνει, πριν δράσουμε με ωμότητα και να συν-εννοούμεθα, συναινούμε με τον άλλον που παραμένει διαφορετικός από εμάς. Εκεί ίσως γεννηθεί και κάποια συμπόνια γι’ αυτόν που πάσχει, όπως και εμείς άλλωστε.

– Οι ψυχικές ανάγκες έχουν αλλάξει σε μια εποχή απομόνωσης; Τι φαίνεται και από την κλινική εργασία;
– Εχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά για το πώς λειτουργεί ο ψυχισμός σε αυτή τη μακρά περίοδο ανθρώπινης απομόνωσης. Παραμένω μουδιασμένος και αβέβαιος να παρατηρώ και να επεξεργάζομαι όσο μπορώ. Βλέπω άτομα, ζευγάρια και ομάδες να δυσκολεύονται πολύ, να εξαντλούνται, να αποδιοργανώνονται και πάλι άλλους να ησυχάζουν, να ισορροπούν πρόσκαιρα και επισφαλώς, επειδή το εξωτερικό κακό, η απειλή, ο τρόμος δικαιώνει και ισορροπεί το μέσα τους εσωτερικό τραύμα, που επιτέλους βρίσκει έκφραση και απόκριση επειδή αφορά όλους και έτσι δεν αισθάνονται οι μόνοι άρρωστοι, νιώθουν λίγο «σαν στο σπίτι τους». Τι μπορεί να σημαίνουν για την κλινική εργασία αλλά και για τη ζωή και τις σχέσεις μας εν γένει, αυτός ο χυλός της διαδικτυακής συνύπαρξης, οι νέες συνθήκες τηλεργασίας, τηλεκπαίδευσης, τηλεθεραπείας, όπου αίρονται ή συγχέονται το ιδιωτικό με το δημόσιο, η εγγύτητα με την απόσταση, το εικονικό και φαντασιακό με το πραγματικό. Οι συνάδελφοι συζητάμε πώς επηρεάζει τη θεραπευτική εργασία το ραγδαίο γύρισμα της διαδικασίας στην οθόνη, οι αλλαγές στο πλαίσιο, όπως οι συνεδρίες skype στο αυτοκίνητο, επειδή είναι αδύνατη η ιδιωτικότητα στο σπίτι. Προφανώς πρέπει να λειτουργούμε προσαρμοζόμενοι στις αλλαγές, όμως παραμένει ζητούμενο πώς θα μεταβολίσουμε, πώς θα επεξεργαστούμε τα νέα δεδομένα σχετικά με την ανάγκη ορίων, αρχών και πλαισίου που χρειάζεται ο ψυχισμός, ατομικός και ομαδικός, για να λειτουργήσει δημιουργικά. Δεν αντιδρούμε λοιπόν όλοι με τον ίδιο τρόπο. 

na-sosoyme-tis-scheseis-kai-tis-lexeis2
«Δεν είναι εύκολο να αντέξει κανείς το αβέβαιο», λέει ο Κ. Βλασσόπουλος.

 

– Γιατί πιστεύετε ότι διαλύονται σε τόσο μεγάλα ποσοστά οι γάμοι στην εποχή μας;
– Οντως οι γάμοι διαλύονται σε μεγάλα ποσοστά, όμως οι άνθρωποι εξακολουθούν να προσπαθούν να συμβιώνουν, να συνάπτουν δεσμούς αφοσίωσης, να παντρεύονται διότι έχουμε ανάγκη την ασφάλεια και τη σταθερότητα. Από την άλλη, όπως γνωρίζουμε, στη συμβιωτική εγγύτητα του γάμου αναζωπυρώνονται και επαναλαμβάνονται ελλείμματα, τραύματα και άγχη που ζήσαμε στην παιδική ηλικία και απωθήσαμε. Οσο πιο ώριμοι ψυχικά είναι οι σύντροφοι, τόσο πιο συνεργατικά θα αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες τους και θα εμπλουτίζουν τη σχέση τους. Σε όχι πολύ μακρινές εποχές ο γάμος δεν ήταν επιλογή, ήταν αυτονόητα ενταγμένος στον κύκλο ζωής και επιβίωσης της κοινότητας. Για πρώτη φορά στην ιστορία, στη μετανεωτερικότητα που διανύουμε, υπάρχει τόση ελευθερία στη σεξουαλικότητα, στις συντροφικές σχέσεις, στο συζυγικό πλαίσιο και ταυτόχρονα τόσα διαζύγια. Παράλληλα όμως με την οδύνη και τις περιπέτειες του χωρισμού, θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε στα σύγχρονα διαζύγια και μία γνήσια επιδίωξη για επανορθωτικές απόπειρες σε πιο ώριμες ψυχικές συνθήκες, που οι άνθρωποι μέσω του αναστοχασμού και των εμπειριών τους αποκτούν. Διακρίνω περισσότερο στις γυναίκες, παρά στους άνδρες, αυτού του είδους την επιθυμία.
 
– Γιατί είναι τόσο δύσκολο να έρχεται κάποιος σε επαφή με τα συναισθήματά του;
– Είναι δύσκολο διότι δεν το έμαθε, δεν βίωσε αυτόν τον τρόπο στην ανάπτυξή του, πρωτίστως στα πρώιμα χρόνια του στην οικογένεια. Εκεί έμαθε να κρύβει, να παραποιεί τα συναισθήματά του για να γίνει αποδεκτός και έτσι να επιβιώσει. Αυτό στη συνέχεια γίνεται η φύση του. Πολλές φορές αυτό το κλίμα που ευνοεί τον ψευδή εαυτό έχει και διαγενεακά χαρακτηριστικά.
 
– Πώς θα μας βοηθήσει το πένθος στην παρούσα πανδημία;
– Οταν μιλάμε για την ψυχική εργασία του πένθους εννοούμε τη δυνατότητα να δεχόμαστε τις απώλειες, να αποχωριζόμαστε, να ανοίγουμε διαδρομές προς τη ζωή, δηλαδή να παραμένουμε σε επαφή με το πραγματικό. Ουσιαστικά, τρία είναι τα πένθη που οφείλουμε να κάνουμε σε όλη μας τη ζωή: ότι είμαστε θνητοί εμείς και όσοι αγαπάμε και θα πεθάνουμε, ότι είμαστε ατελείς και όχι παντοδύναμοι, όπως θα επιθυμούσαμε, και ότι οι άλλοι είναι άλλοι και όχι εμείς, δηλαδή διαφορετικοί και όχι σαν εμάς, όπως θα θέλαμε. Και τα τρία εκκινούν από μία έλλειψη, ένα κενό, ένα τραύμα που δεν είναι μόνο ψυχολογικό αλλά και υπαρξιακό. Στη διαδικασία του πένθους και του θρήνου που είναι ψυχική διεργασία αλλά και τέχνη, δηλαδή μαθαίνεται, φανερώνεται ένα ενδιαφέρον παράδοξο: ότι η δύναμη πηγάζει από την αποδοχή της αδυναμίας, της α-σθένειας και την εμπεριέχει, η ζωή από τη φιλική συγκατοίκηση με τον θάνατο, η αγάπη συνομιλεί και συμπορεύεται με την επιθετικότητα και το μίσος, η αρρώστια με την υγεία. Βεβαίως όλα αυτά δεν χαρίζονται εύκολα, χρειάζονται αφοσίωση και εργατικότητα, αλλά ποιος λέει ότι η ζωή είναι εύκολη υπόθεση. Ο θάνατος ίσως είναι ευκολότερη…
 
– Πιστεύετε ότι θα αλλάξει κάτι μετά την πανδημία;
– Δεν γνωρίζω, ακούω και διαβάζω πολλές απόψεις. Νομίζω ότι για τη δική μας γενιά η ουλή του τραύματος της πανδημίας θα μας θυμίζει πόσο εύθραυστοι και φοβισμένοι γίναμε, σαν μικρά παιδιά χωρίς μητέρα… και εκεί νομίζω θα θυμηθούμε και στιγμές τρυφερότητας, συμπόνιας και έγνοιας για τους άλλους ομοιοπαθείς, που ενώ ήταν ξένοι ήταν δικοί μας γιατί μας ένωνε κοινή μοίρα, κοινή απειλή.