ΠΟΛΗ

Σμιλεμένες μορφές και αφανείς σκιές στην οδό Ακαδημίας

smilemenes-morfes-kai-afaneis-skies-stin-odo-akadimias-561201376

Στο πεζοδρόμιο της οδού Ακαδημίας, καθώς βαδίζω από την Κανάρη προς τη Σίνα, έχω την άνεση να παρατηρώ τις προσόψεις των πολυκατοικιών. Οσες χτίστηκαν από το 1933 ώς το 1958, σε μια περίοδο θεαματικής μεταμόρφωσης, συγκροτούν αυτά τα συμπαγή μέτωπα, τα τόσο αθηναϊκά, που αν τα δει κανείς σήμερα με την απόσταση του χρόνου, θα νιώσει τη γεύση του περασμένου αιώνα. Είναι πάντα ορμητική η αίσθηση της παλαιότητας, όταν κοιτάς προσόψεις που γεννήθηκαν για να υμνήσουν το «νέο». 

Δεν θα είχα παρά να σταθώ και να νιώσω εκείνο το ιδιαίτερο είδος πολυκατοικίας που αυτός ο δρόμος γέννησε και συντήρησε λίγο πριν και λίγο μετά τον πόλεμο, αν δεν είχε τύχει να δω φωτογραφίες όπως ήταν πριν από το 1922. Και ήταν φωτογραφίες τραβηγμένες εκεί, στα ίδια πεζοδρόμια, καθώς προσπερνούσα την Πινδάρου και τη Βουκουρεστίου και πήγαινα προς Δημοκρίτου. Ηταν τα ίδια βήματα που είχε κάνει εκείνος ο νέος στη φωτογραφία του 1910, ένας νέος με καπέλο, με στενό σακάκι, με βήμα ταχύ, με βλέμμα πιθανώς χαμένο και με σκέψεις βυθισμένες σε όσα τον περίμεναν, σε όσα έπρεπε να γίνουν. 

Δεν είναι φαντασία. Αυτή η φωτογραφία με είχε ταράξει με την απλότητα της καθημερινής φυσικότητας, με είχε αρπάξει από μέσα γιατί δεν ήταν μια φωτογραφία σε ένα στούντιο με υπογραφή αλλά ήταν ένα στιγμιότυπο, άγνωστο για ποιον λόγο τραβηγμένο. Ηταν όμως μια φωτογραφία γεμάτη αίσθημα και πληροφορίες. Η οδός Ακαδημίας απέναντι από την Πινδάρου και τη Βουκουρεστίου, λίγο μετά το Μέγαρο Δεληγιώργη, στα 1910, είχε και τότε δέντρα ψηλά με κλώνους που το αθηναϊκό αεράκι έσειε και που πιθανώς έκανε τον νέο της φωτογραφίας να είχε τον νου του στο ελαφρύ ψαθάκι του. Τα πτερύγια στο κοντό σακάκι ανασηκώνονταν και το βήμα του άνοιγε αντίθετα στον άνεμο.

smilemenes-morfes-kai-afaneis-skies-stin-odo-akadimias0
Μορφή σαν ρωμαϊκό μενταγιόν με νεομπαρόκ δέσιμο σε τζάκι του Μεγάρου Δεληγιώργη, Ακαδημίας και Κανάρη. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ)

Πίσω του, τα μέγαρα της οδού Ακαδημίας. Εκείνα που σάρωσε ο χρόνος, το ένα δίπλα στο άλλο, είτε σε μέτωπα είτε με ενδιάμεσους κήπους, ένα απαύγασμα αστικής αρχοντιάς. Το Μέγαρο Δεληγιώργη, έργο του Τσίλλερ, ήταν στη σειρά εκείνου του κάδρου, που ξεκινούσε από την πρεσβεία της Γαλλίας και συνέχιζε με το Μέγαρο Χαροκόπου, έργο Αναστασίου Μεταξά (αφού ο Χαροκόπος είχε πουλήσει το σπίτι του στον Μπενάκη), με το Μέγαρο Αθανασάκη, γωνία με Κανάρη, με το Μέγαρο του πρίγκιπα Γεωργίου και της Μαρίας Βοναπάρτη, προς τη Δημοκρίτου. Και ανάμεσα βρίσκονταν όσα ξέχασε και η ίδια η Αθήνα, αφού τα καλλιμάρμαρα εκείνα μέγαρα, που άρχισαν να ξηλώνονται ήδη από τα χρόνια του ’30, απλώς χάθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια, κι ας ήταν μια συστάδα υψηλής καλλιτεχνίας, που μέσα έκρυβαν θησαυρούς, μαρμάρινα τζάκια, οροφογραφίες, αγάλματα, βιβλιοθήκες, κλιμακοστάσια.

Αλλά ο νέος του 1910, καθώς προσπερνάει τα μέγαρα αυτά, δεν έχει επίγνωση ότι, 20 και 40 χρόνια μετά, ο δικός του κόσμος θα είχε εξαερωθεί. Τον βλέπω που βαδίζει γοργά σαν σε βωβή ταινία και νιώθω τη νεανική αμεριμνησία του, είναι ένας νέος που χαίρεται την ηλικία του. Κανείς δεν θα μας πει το όνομά του, είναι ένας τυχαίος περαστικός, Ακαδημίας και Βουκουρεστίου, εκεί που στην αρχή του πεζοδρόμου στέκει η ωραία προπολεμική πολυκατοικία. Ο νέος στο ίδιο σημείο προσπερνάει έναν αρχοντικό με κήπο και μας θυμίζει τις στρώσεις της ζωής, στο ίδιο σημείο, τα ίδια βήματα, το ίδιο αθηναϊκό αεράκι.

Ολα όσα λησμονήθηκαν για πάντα, είναι εκεί, ως σκιές, ρευστές αναμνήσεις ενός κόσμου που βιώθηκε και χάθηκε. Η οδός Ακαδημίας, ένας δρόμος που δεν τραγουδήθηκε όσο του άξιζε.