ΒΙΒΛΙΟ

Μια συνάντηση πάνω απ’ τους γκρεμούς της Κορνουάλης

mia-synantisi-pano-ap-toys-gkremoys-tis-kornoyalis-561201532

Τους είχε δεχθεί στο σπίτι του στην Κορνουάλη. Ηταν ο Ανταίος Χρυσοστομίδης και η Μικέλα Χαρτουλάρη, που μετέφεραν την εκπομπή τους «Οι κεραίες της εποχής μας» (ΕΡΤ) μέχρι την Αγγλία για να τον συναντήσουν. Συνέβη το 2007. Ο Τζον λε Καρέ ήταν τότε 76 ετών, θαλερός, γοητευτικός, οξυδερκής, συναρπαστικός συνομιλητής και φιλόξενος οικοδεσπότης. Η εκπομπή ξεκινούσε με τους δύο παρουσιαστές να ταξιδεύουν αεροπορικώς έως την Αγγλία και από εκεί οδικώς μέχρι την αγροικία του Λε Καρέ. 

Στη διαδρομή σταμάτησαν δυο-τρεις φορές για να ρωτήσουν πώς θα φθάσουν στο σπίτι. Επρεπε να προχωρήσουν ευθεία, να στρίψουν δεξιά σε ένα χωματόδρομο, μετά να ακολουθήσουν ένα μονοπάτι μέχρι να βγουν σε ένα καταπράσινο ξέφωτο που έφθανε έως την άκρη των γκρεμών πάνω από τη θάλασσα. 

Σκέφτηκα ότι σε μια τόσο απομακρυσμένη περιοχή θα κατοικούσε επίσης ένας από τους ήρωες των κατασκοπικών μυθιστορημάτων του: κάποιος που δεν θέλει να τον εντοπίζουν πολύ εύκολα και προτιμά να γνωρίζει ακριβώς ποιοι και πότε θα φθάσουν μέχρι την πόρτα του. 

Η εντύπωσή μου από το συγκεκριμένο επεισόδιο εκείνης της ωραίας σειράς για τη λογοτεχνία και τους δημιουργούς της ήταν ότι ο Λε Καρέ έμοιαζε τόσο με τους χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του που θα μπορούσε να είναι ο ίδιος προϊόν μυθοπλασίας. 

Αλλωστε το έχει ομολογήσει στην αυτοβιογραφία του «Η σήραγγα των περιστεριών» (εκδ. Bell): «Πρώτα επινοείς τον εαυτό σου και ύστερα καταλήγεις να πιστέψεις την επινόησή σου». Οταν λοιπόν ο Ανταίος Χρυσοστομίδης τον ρώτησε πώς αποφάσισε να ονομάσει τον συγγραφικό του εαυτό με το ψευδώνυμο Τζον λε Καρέ, του απάντησε:

«Εντάξει, εσένα θα σου πω την αλήθεια: Ηταν μια κίνηση τακτικής, ήθελα ένα όνομα που θα μπορούσε να μείνει στη μνήμη κάποιου που το βλέμμα του θα διέτρεχε βιαστικά τα ράφια μιας βιβλιοθήκης. Αλλά έχω απαντήσει τόσες φορές σε αυτή την ερώτηση και έχω πει τόσες ωραίες ιστορίες, που πλέον δεν θυμάται την πραγματική. Αλλωστε οι δημοσιογράφοι δεν θέλουν να ακούν την αλήθεια».

Ελεγε πολλά σε εκείνη τη συζήτηση καθισμένος άνετα στην πολυθρόνα του, μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Χαρισματικός αφηγητής, κρεμόσουν από τα χείλη του. Είπε ότι έμαθε να γράφει σαφώς, περιεκτικά και με συντομία χάρη στις αναφορές που συνέτασσε για τη Μυστική Υπηρεσία Πληροφοριών όπου υπηρέτησε επί χρόνια. 

Είπε ότι χάρη στο επάγγελμά του και στην εποχή που το εξάσκησε βρέθηκε «στο πεδίο μάχης του Ψυχρού Πολέμου» και ότι είχε την τύχη να είναι «ένα μικροσκοπικό σκουλήκι» που παρακολούθησε από κοντά τη σύγκρουση των μυστικών υπηρεσιών. Είπε ότι στα μυθιστορήματά του η κατασκοπεία ήταν η σκηνή στην οποία μπορούσε να ανεβάσει κάθε είδους δράμα. Είπε πως, όπως και ο ίδιος, οι ήρωές του, ακόμη και οι πιο κυνικοί, είναι στην πραγματικότητα απογοητευμένοι ρομαντικοί. «Οι εραστές», σχολίασε, «στο τέλος πεθαίνουν πάντοτε μαζί».

Οταν η συζήτηση ολοκληρώθηκε, άνοιξε μια σαμπάνια και κέρασε όλους τους παρευρισκομένους, ενώ το ψητό είχε ετοιμαστεί για το γεύμα. Ηταν τόσο αυθόρμητος ώστε κι εμείς οι θεατές είχαμε την αίσθηση πως φάγαμε και ήπιαμε παρέα με ένα φίλο, ο οποίος –τι ευτυχία!– διηγήθηκε συναρπαστικές ιστορίες: για έναν παπαγάλο στο ξενοδοχείο «Κόμοντορ» της Βηρυτού που ήξερε να μιμείται τέλεια το κροτάλισμα των πολυβόλων. 

Για μια παραμονή Πρωτοχρονιάς και ένα χορό με τον Γιασέρ Αραφάτ. Για τη μία και μοναδική συνάντηση μιας ετερόκλητης παρέας –ένας ηλικιωμένος ιδιοκτήτης αποικιακής φυτείας, δύο πιλότοι της Air America, τέσσερις πολεμικοί ανταποκριτές, ένας Λιβανέζος έμπορος όπλων με τη σύντροφό του– σε έναν τεκέ της Βιεντιάν για να καπνίσουν όπιο.

Στα εξωτερικά πλάνα έδειξε στον Ανταίο Χρυσοστομίδη –που κι εκείνος μας λείπει τόσο πολύ– το μακρύ μονοπάτι που στριφογυρίζει πάνω από τις αφρισμένες ακτές και καταλήγει «στο τέλος της Αγγλίας». 

«Και αν περάσετε κολυμπώντας πέρα από αυτά τα νησιά», έδειξε με το χέρι του από την άλλη πλευρά, «μπορείτε να φθάσετε μέχρι την Αμερική». 

Νωρίτερα είχε εξηγήσει ότι άρχισε να γράφει επειδή στερήθηκε την αγάπη όταν ήταν μικρός. Κι έτσι μπήκε στον κόσμο της φαντασίας «που είναι τεράστιος και δημιουργικός». «Κάθε απόγευμα πάμε με τη γυναίκα μου έναν μεγάλο περίπατο», διηγήθηκε στους δύο Ελληνες παρουσιαστές. «Εγώ συνεχίζω και μετά επιστρέφω από τους γκρεμούς. Το μέρος είναι ακατοίκητο και μπορώ να το γεμίζω με τους ήρωές μου».