ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η «βίαιη» τέχνη και μια παραδοχή αποτυχίας

Η «βίαιη» τέχνη και μια παραδοχή αποτυχίας

Ελευθερία έκφρασης, λόγου, σκέψης: έννοιες, οι οποίες θεωρητικά στις δυτικές δημοκρατίες εξελίσσονται και πλαταίνουν με τα χρόνια, δημιουργώντας προοδευτικότερες κοινωνίες. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για καλλιτεχνική ελευθερία, την οποία (και) το ελληνικό Σύνταγμα κατοχυρώνει ως αναφαίρετο δικαίωμα στους πολίτες. Και έπειτα έρχεται το νομοσχέδιο που ενσωματώνει τη σχετική ευρωπαϊκή οδηγία, κηρύσσοντας επί της ουσίας παράνομο οποιοδήποτε οπτικοακουστικό περιεχόμενο (δηλαδή, μουσική, ταινίες, σειρές, σατιρικά βίντεο) «εμπεριέχει υποκίνηση σε βία ή μίσος». Η ελληνική προσθήκη στο… μείγμα περιλάμβανε ακόμη τη «δημόσια πρόσκληση σε τρομοκρατικό έγκλημα» κατά τον «τρομονόμο» 187Α και 187Β, διάταξη που αποσύρθηκε τελικά χθες, έπειτα από σφοδρές αντιδράσεις του καλλιτεχνικού και του νομικού κόσμου.

Παρ’ όλα αυτά, παραμένουν τα εξής: «Οι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων δεν πρέπει να εμπεριέχουν υποκίνηση σε βία ή μίσος εναντίον ομάδας ανθρώπων ή μέλους ομάδας, ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής, ιθαγένειας ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού».

Εδώ πλέον γεννιέται πλήθος ερωτημάτων, τόσο θεωρητικών όσο και απολύτως πρακτικών. Ενώ λογικά είναι λίγοι εκείνοι που θα έχουν αντίρρηση στην προάσπιση των δικαιωμάτων φυλής, φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού κ.ο.κ., η υποκίνηση βίας έναντι κοινωνικών ομάδων προφανώς επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Ενα τραγούδι ή μια ταινία, για παράδειγμα, που στρέφεται ενάντια στην αστυνομία ή στον σωρευμένο πλούτο είναι νόμιμο ή όχι; Το εμβληματικό «Guns of Brixton» των The Clash, που –αρκετά ξεκάθαρα– προτρέπει σε βία θα έπρεπε σήμερα να απαγορευθεί, μαζί με τη δισκογραφία του Τζίμη Πανούση και τη μισή σύγχρονη ελληνική χιπ χοπ και πανκ μουσική;

Τα δείγματα από χώρες του εξωτερικού, πάντως, όπου η συγκεκριμένη οδηγία έχει ενσωματωθεί την τελευταία διετία δεν είναι ενθαρρυντικά: σε Ισπανία και Γερμανία έχουν γίνει ήδη 76 διώξεις, κάποιες από τις οποίες εναντίον καλλιτεχνών, που μέσα από τα έργα τους έκαναν κριτική στην πολιτική του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστινίους. Από την άλλη, ακόμη και αν δεχτούμε πως η κατά περίπτωση εξέταση στη χώρα μας δεν θα δημιουργήσει παρατράγουδα, και μόνον η θέσπιση τέτοιων περιορισμών αποτελεί έμμεση παραδοχή αποτυχίας. Μια πραγματικά εξελιγμένη και προοδευτική ευρωπαϊκή κοινότητα θα έδινε ίσως περισσότερο (υποχρεωτικό) βάρος στη δημόσια παιδεία, προκειμένου τα τέρατα του ρατσισμού και του φασισμού να εξαλειφθούν στη βάση τους και όχι απλώς να κρυφτούν στις σκιές.