ΒΙΒΛΙΟ

Δεν αρκεί να είσαι μέλος μιας συμμαχίας

Η Αννα Διαμαντοπούλου και το νέο της βιβλίο, μία εις βάθος συνομιλία με τον δημοσιογράφο Μάκη Προβατά

Δεν αρκεί να είσαι μέλος μιας συμμαχίας

ΑΝΝΑ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Από το Ντεσεβό στο Drone. Πρόοδος και ειρήνη για τον 21ο αιώνα. Συνομιλώντας με τον Μάκη Προβατά 
εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2020, σελ. 317
 
Δεν αρκεί να είσαι μέλος μιας συμμαχίας-1Από το ταξίδι της ζωής της, που άρχισε με ένα Ντεσεβό, η Αννα Διαμαντοπούλου καταγράφει σταθμούς και στάσεις, εμπειρίες και αλλαγές. Προσπαθεί να δώσει την εικόνα των θεμελιωδών αλλαγών που γεννά ο 21ος αιώνας και των δυνάμεων που αναδύονται από τις πολυποίκιλες διαδρομές της Ιστορίας και των κρατών. Κάνει αναλύσεις για το παρελθόν, αλλά κυρίως προτάσεις για το μέλλον. Θα επιχειρήσουμε μια σταχυολόγηση που ασφαλώς αδικεί ένα πολύ «πυκνό» βιβλίο. 

Η συγγραφέας μιλά για όλες τις κεντρικές παγκόσμιες τάσεις και τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας, τον ρόλο της Ευρώπης στα διεθνή δρώμενα, τη μεταφορά πλούτου από τη Δύση στην Ανατολή, το προσφυγικό-μεταναστευτικό, τις νέες μορφές απειλών ασφαλείας, καθώς και την 4η Βιομηχανική Επανάσταση και τις νέες τεχνολογίες που, συχνά δρώντας συνεργατικά και συνδυαστικά, θα μεταμορφώσουν τις ανθρώπινες κοινωνίες: κυβερνοπόλεμος και κυβερνοασφάλεια, ρομπότ και τεχνητή νοημοσύνη, το «Ιντερνετ των Πραγμάτων», επιστήμες ζωής, νανοτεχνολογία, βιοτεχνολογία. 

Ως πρώην Ευρωπαία επίτροπος έχει βαρύνουσα άποψη για το μέλλον της Ενωσης. Εκτιμά ότι η Ε.Ε. δεν θα διαλυθεί, αλλά το «διακύβευμα είναι αν σε αυτήν τη νέα γεωπολιτική περίοδο, θα καταφέρει να αναδειχθεί σε ηγετική δύναμη μέσα από ισχυρή θεσμική και πολιτική συνεργασία των μελών της. Αλλιώς θα σέρνεται μέσα σε αδιάφορες συμφωνίες του ελάχιστου παρονομαστή». 

Θεωρεί ότι η Ε.Ε. για την Ελλάδα, για όλα τα κράτη-μέλη, είναι «το σπίτι μας και η ασπίδα μας. Ομως δεν αρκεί να είσαι μέλος μιας συμμαχίας. Πρέπει να παίζεις ρόλο, να δημιουργείς για τον εαυτό σου τις προϋποθέσεις που θα σου επιτρέπουν να εντάσσεις το εθνικό σου συμφέρον μέσα στο γενικότερο συμφέρον της συμμαχίας».

Γράφοντας για το παρελθόν και το μέλλον της Ελλάδας, η Διαμαντοπούλου δεν διστάζει να γίνει δυσάρεστη, αναφερόμενη, για παράδειγμα, στο τρόπο με τον οποίο τα πολιτικά κόμματα λειτούργησαν περισσότερο ως συνεχιστές μιας ανατολίτικης παράδοσης, με τα εξής κεντρικά στοιχεία: το ρουσφέτι, δηλαδή την πολιτική συναλλαγή κάθε είδους το χαράτσι, δηλαδή τον φόρο του οποίου η διαχείριση δεν χαρακτηριζόταν από διαφάνεια και ορθολογισμό και το δοβλέτι, δηλαδή το κράτος που έχει την απόλυτη εξουσία. Ή στην κύρια αιτία της χρεοκοπίας μας, που θεωρεί ότι ήταν το τεράστιο ποσό της συνολικής χρηματοδότησης του Ασφαλιστικού, το οποίο έφτασε τα 200 δισ. ευρώ για ένα ασφαλιστικό σύστημα βασισμένο σε πελατειακές συναλλαγές, καθώς και οι εκατοντάδες χιλιάδες προσλήψεις στο Δημόσιο, η ανοχή της φοροδιαφυγής ως εθνικού σπορ, η διάχυτη διαφθορά και η συντηρούμενη γραφειοκρατία.

Το «αύριο» της χώρας 

Η Διαμαντοπούλου ασχολείται εκτενώς με το «αύριο» της χώρας. Χαρακτηρίζει αδιέξοδο τον στείρο ελληνοκεντρισμό, που θεωρεί ότι οι «ξένοι» φταίνε για όλα και τονίζει την ανάγκη αυτογνωσίας. Εκτιμά ότι ο «Ελληνισμός οφείλει να χτίσει το νέο του οικοδόμημα μέσα στο υφιστάμενο παγκόσμιο σύστημα» και ότι ο «Παρθενώνας και η Βεργίνα, στη νέα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και των μεγάλων αλλαγών, μπορούν να αποτελέσουν έμπνευση για νέα αντίστοιχα σπουδαία επιτεύγματα». Βλέπει την ανάγκη για «έναν Εθνικό Στόχο, μια “Μεγάλη Ιδέα”, που θα εμπνεύσει, θα συσπειρώσει σε κάτι συλλογικό, μεγάλο και εφικτό». Θεωρεί ότι το «πολιτικό πλαίσιο του εθνικού σχεδίου για τον 21ο αιώνα θα πρέπει, με βάση ένα εθνικό αφήγημα –για το ποιοι είμαστε και πού πάμε στους νέους συσχετισμούς εξουσίας που διαμορφώνονται γύρω μας–, να αφορά την παραγωγή εθνικού πλούτου, ώστε η χώρα να γίνει ισχυρή, θα πρέπει να δίνει ίσες ευκαιρίες για τη συμμετοχή σε αυτόν τον πλούτο σε όλους τους Ελληνες και να παρέχει ένα κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, με στόχο να μη μείνει κανείς πίσω. Η οικονομική ανόρθωση είναι προϋπόθεση για την κοινωνική, ενώ η κοινωνική ανόρθωση ο αναγκαίος παράγοντας για την οικονομική ανάπτυξη». 

Αναφέρεται επίσης στο «νέο κέντρο», που αποτελεί την κρίσιμη μάζα των πολιτών οι οποίοι δεν θέλουν χάρες και γνωριμίες, αλλά ίσες ευκαιρίες. Εκτιμά ότι σε έναν τέτοιο φιλόδοξο στόχο εθνικής πρωτοπορίας η Ελλάδα έχει ως συγκριτικά πλεονεκτήματα τα τέσσερα διεθνή εργαλεία της χώρας, δηλαδή την πολιτισμική κληρονομιά, τη ναυτιλία, τον τουρισμό και την ελληνική διασπορά. 

Ως πολιτική «μητέρα» μιας σημαντικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, που δυστυχώς ανατράπηκε στη συνέχεια, δίδει υψηλή προτεραιότητα στην εκπαίδευση. Εκτιμά ότι στη νέα ψηφιακή εποχή, το πιο ισχυρό εργαλείο για την καταπολέμηση των ανισοτήτων μεταξύ των εχόντων (προσόντα ή πόρους) και των μη εχόντων είναι η εκπαίδευση, όπου οι πλέον σημαντικές δεξιότητες περιλαμβάνουν την επίλυση σύνθετων προβλημάτων, την κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα, τη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, τη συναισθηματική νοημοσύνη, τη λήψη αποφάσεων, κ.ά. (αν και η σειρά συνεχώς μεταβάλλεται)· ότι δεξιότητες δηλαδή δεν δίδει στους μαθητές και φοιτητές το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Θεωρεί ότι «στη μήτρα κάθε εθνικού σχεδίου απαιτούνται θεμελιώδεις αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα, από το νηπιαγωγείο μέχρι την τρίτη ηλικία. Η ανάγκη για νέες δεξιότητες, για ψηφιακά προσόντα σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα κοινωνικά, καθώς και η δυνατότητα για συνεχή ανανέωση και αναβάθμιση σε όλες τις μορφές και τα επίπεδα εργασίας, είναι το μεγαλύτερο στοίχημα».

Αναφέρεται στη φιλοσοφία της νέας εποχής, που απαιτεί τον συνδυασμό των ψηφιακών δεξιοτήτων με την κατάρτιση στις ανθρωπιστικές-θεωρητικές σπουδές από την πρώτη δημοτικού και της δίνει τον τίτλο «Αριστοτέλης και Υπολογιστές». Υποστηρίζει δε ότι αν δεν «επιλέξουμε εμείς ως απόλυτη προτεραιότητα την ψηφιακή πολιτική, διαθέτοντας ανθρώπινους και υλικούς πόρους, οριζόντια (στη δημόσια διοίκηση, στον ιδιωτικό τομέα, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στην Υγεία…παντού), θα κάνουμε επιλογή ήττας για τον λαό μας, και κυρίως για τις γενιές που έρχονται». 
Το βιβλίο της Αννας Διαμαντοπούλου αποτελεί το είδος της ουσιαστικής συζήτησης, βασισμένης σε γνώση, επιχειρήματα και συγκροτημένες προτάσεις πολιτικής, που δυστυχώς σπανίζει στον ελληνικό δημόσιο διάλογο. 
 
* Ο κ. Θάνος Π. Ντόκος είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Cambridge.