ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Φουστανέλα: η γιορτινή μας φορεσιά

foystanela-i-giortini-mas-foresia-561368644

Ολους αυτούς τους μήνες, με αφορμή τον εορτασμό για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, μουσεία και πολιτιστικά ιδρύματα παρουσιάζουν ψηφιακές δράσεις και εκθέσεις για το 1821. Ανάμεσά τους υπάρχουν ιστορίες για το ένδυμα και την εξέλιξή του, τη συμβολική διάσταση της φορεσιάς στα χρόνια που ακολούθησαν. Εχει όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον το επιστημονικό συνέδριο που διοργανώνει τον Οκτώβριο (1-3/10) στην Αθήνα η Ελληνική Εταιρεία Ενδυμασιολογίας. Ο τίτλος του είναι «Ελληνικές “εθνικές” ενδυμασίες: Από τη δημιουργία στη διάδοση και από τη χρήση στην ερμηνεία». 

Αλλωστε το θέμα της «εθνικής ενδυμασίας», στον βαθμό που ακόμα λειτουργεί ως πραγματικό ή στερεοτυπικό εθνικό σύμβολο, συνδέεται άμεσα με το θέμα της εθνικής ταυτότητας. Οπως σημειώνεται από τους διοργανωτές, το βλέπουμε να επανέρχεται στις πολλαπλές αναπαραστάσεις του σύγχρονου Ελληνα, ακόμα και 200 χρόνια μετά την Επανάσταση, προκειμένου να υποδηλωθεί η εθνική ταυτότητα – όταν δεν χρησιμοποιείται η αρχαιοελληνική ενδυμασία. 

foystanela-i-giortini-mas-foresia0
Η Ασπασία Καρπούνη (επάνω), κυρία επί των τιμών, με ενδυμασία της Αυλής της βασίλισσας Αμαλίας. Περ. 1860. Carte de visite, αλμπουμίνη. Μουσείο Μπενάκη / Φωτογραφικά Αρχεία. Κάτω: «Stella P.», Πειραιάς. 

Πορεία 200 χρόνων

Το συνέδριο εστιάζει στην πορεία των 200 αυτών χρόνων με σκοπό να σκιαγραφήσει τη χρήση και τις ερμηνείες των ενδυματολογικών συνόλων και πώς συνδέονται με την εθνική ταυτότητα των Νεοελλήνων. Κι αυτά σε συνάρτηση με τα ιστορικοπολιτικά και τα κοινωνικοπολιτισμικά δεδομένα της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας. Ο στόχος είναι να εξεταστεί τι θεωρούμε «εθνικές ενδυμασίες», πώς εξελίχθηκαν και πώς τις καθιέρωσαν οι βασιλείς του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, πώς λειτούργησαν ως μέσο επικοινωνίας και σύμβολο εθνικής ταυτότητας. Από τότε και μέχρι σήμερα, οι «εθνικές ενδυμασίες» συνιστούν γόνιμο πεδίο πολιτικών επιλογών, κοινωνικής κριτικής ή αντιπαράθεσης, αλλά και προβολής. 

«Στο ευρύ κοινό υπάρχει μια σύγχυση για το τι είναι η τοπική φορεσιά –δηλαδή οι φορεσιές που φορούσαν οι άνθρωποι τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα στα χωριά τους– και τι είναι αυτό που ονομάζουμε “εθνική ενδυμασία”. Αλλάζει από εποχή σε εποχή», λέει στην «Κ» η Ξένια Πολίτου, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ενδυμασιολογίας και βέβαια επιμελήτρια Συλλογής Νεοελληνικού Πολιτισμού Μουσείου Μπενάκη. «Εθνική είναι η ενδυμασία που δημιουργήθηκε από τον Οθωνα και την Αμαλία, για να αποκτήσει ένα χαρακτήρα συμβόλου». Θυμίζει ότι η φορεσιά με τη φουστανέλα πριν από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους δεν ήταν η καθημερινή φορεσιά των χωρικών, «αλλά το ένδυμα των αρματολών και κλεφτών, δηλαδή των πολεμιστών. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, όταν την υιοθέτησαν ο Οθωνας και οι υπασπιστές του, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν και πρώην αγωνιστές, καθιερώνεται και σαν γιορτινή φορεσιά. Ομως και η ενδυμασία της Αμαλίας είχε τεράστια ανταπόκριση στον γυναικείο πληθυσμό. Επηρέασε και εκτός των ορίων του ελληνικού κράτους». Οπως τονίζει η κ. Πολίτου, μέσα στο ρομαντικό κλίμα της δημιουργίας των εθνικών κρατών του 19ου αι. δημιουργήθηκε ένα τέτοιου τύπου φολκλορικό ένδυμα: βασιλικό, αυλικό και επίσημο για το καθεστώς της εθνικής ενδυμασίας, ενοποιώντας τον ποικίλο πληθυσμό που αποτελούσε τον κορμό του νέου κράτους.

foystanela-i-giortini-mas-foresia2
Ευζωνάκι και κορίτσι με ένδυμα της δεκαετίας του 1940. Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα.

Στο συνέδριο, στόχος είναι να εξεταστούν η επιρροή των «εθνικών ενδυμασιών» στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, πώς αποδόθηκαν οι ενδυμασίες αυτές από τους εικαστικούς καλλιτέχνες, αργότερα στον κινηματογράφο, σε ταινίες όπως «Αστέρω», «Μαρία Πενταγιώτισσα» (1929), «Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» (1932), καθώς και σε πιο σύγχρονες αναπαραστάσεις στο θέατρο. Για παράδειγμα, η «Γκόλφω» που ανέβηκε από τον Νίκο Καραθάνο στο Εθνικό Θέατρο με κοστούμια της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου. Λόγος θα γίνει και για τις «εθνικές ενδυμασίες» ως έκφραση ιστορικής ταυτότητας σε παρελάσεις, σχολικές γιορτές, προβολή της εθνικής ταυτότητας στον αθλητισμό, στον τουρισμό, εμπορικές δημιουργίες κ.ά. 

Η διάκριση τοπικού και εθνικού, που σε πολύ κόσμο δημιουργεί μια σύγχυση, έχει τις ρίζες της, λέει η κ. Πολίτου, στον Μεσοπόλεμο, όταν ανακαλύπτεται η λαϊκή τέχνη και η επίσημη διανόηση προσπαθεί να την εντάξει στη διαχρονική θεώρηση του ελληνικού πολιτισμού (αρχαιότητα, Βυζάντιο). «Τότε οι τοπικές φορεσιές από κάποιους μελετητές ονομάζονται και “εθνικές ενδυμασίες”. Ολα έπαιρναν τον χαρακτήρα του εθνικού μέσα σε ένα αφήγημα της διαχρονίας του ελληνισμού και της εθνικής συνείδησης, συνδέοντας στοιχεία και από τον λαϊκό πολιτισμό». 

Σύλλογοι και έθνικ

Πόσο ενδιαφέρεται ο σύγχρονος Ελληνας γι’ αυτά; «Βλέπουμε ότι ενδιαφέρεται. Μέσα από τους συλλόγους που αντιγράφουν τις φορεσιές και τις φορούν. Η ώθηση πολιτιστικών συλλόγων, που επιδοτούνταν στα χρόνια του ΠΑΣΟΚ, επίσης δημιούργησε ένα ενδιαφέρον. Και πάντα υπήρχε μια σύνδεση με το τοπικό στοιχείο όσων ζούσαν στην Αθήνα αλλά δεν ξεχνούσαν την παράδοση του τόπου τους. Μια έντονη αναζωπύρωση παρατηρήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αλλά και τώρα. Η ενδυμασία είναι ένα θέμα που αγγίζει και συγκινεί τον άνθρωπο. Στη δεκαετία του ’70, μέσα σε ένα χίπικο περιβάλλον, υπήρξε μια τάση όχι για τις φορεσιές αλλά για κάποια μέρη της ενδυμασίας, όπως τα ταγάρια, αυτό το φολκ στοιχείο το οποίο σήμερα ονομάζουμε έθνικ».

Η Ελληνική Εταιρεία Ενδυμασιολογίας δημιουργήθηκε το 2003 από την Ιωάννα Παπαντωνίου στοχεύοντας να συγκεντρώσει όσους ασχολούνται με το ένδυμα (επιμελητές μουσείων, ιστορικοί, ανθρωπολόγοι, σκηνογράφοι, ενδυματολόγοι κ.ά.) με σκοπό την έρευνα, επεξεργασία και μελέτη του υλικού. Στόχος είναι η δημιουργία ενός Μουσείου Πολιτισμού του Ενδύματος. Ενδιαφέρον έχουν και οι συναντήσεις, όπως για την τέχνη της συντήρησης των ιστορικών ενδυμάτων (με τις δρα Τατιάνα Κουσουλού και Tίνα Χανιαλάκη, της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαίων και Νεοτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟΑ).

foystanela-i-giortini-mas-foresia4
Αστική ενδυμασία Κύπρου, τοπική εκδοχή της επίσημης ενδυμασίας της Αμαλίας, έτσι όπως φορέθηκε στα αστικά κέντρα της Κύπρου (19ος αι.). Μουσείο Μπενάκη.