ΜΟΥΣΙΚΗ

Συμφωνία «του Διός» από τον Καβάκο και την Κρατική

symfonia-toy-dios-apo-ton-kavako-kai-tin-kratiki-561388852

Την 41η Συμφωνία του Μότσαρτ, την επονομαζόμενη «του Διός», έπαιξε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Λεωνίδα Καβάκου. Η μαγνητοσκόπηση, που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα δοκιμών της Κρατικής Ορχήστρας στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αναρτήθηκε στο Διαδίκτυο στις 15 Μαΐου.

Ηταν ξεκάθαρα μια καλά δουλεμένη ερμηνεία, από έναν άνθρωπο ο οποίος είναι εξοικειωμένος με τη γλώσσα και τα εκφραστικά μέσα του Μότσαρτ. Βασικό μέλημα της ερμηνείας συνολικά φάνηκε να είναι η σαφής ανάδειξη της δομής του έργου, τόσο μέσα από το ξεκάθαρο περίγραμμα των μουσικών παραγράφων κάθε μέρους όσο και μέσα από τις αντιθέσεις δυναμικής. Σε αντιδιαστολή με ό,τι συμβαίνει συχνά στις μέρες μας, δεν υπήρχε αίσθηση βιασύνης, ούτε η διάθεση για πρόσθετη λαμπρότητα μέσα από την ταχύτητα. Η επιλογή αυτή ασφαλώς έχει σχέση και με το ίδιο το σύνολο, μια ορχήστρα με σύγχρονα όργανα, χωρίς ιδιαίτερη εμπειρία σε ιστορικά ενημερωμένες ερμηνείες. Ακριβέστερα, μια ορχήστρα που μάλλον σπάνια επιλέγει να παρουσιάσει έργα που έχουν γραφεί πριν από τη Γαλλική Επανάσταση.

Η εμπειρία του Καβάκου στο ρεπερτόριο αυτό προσέφερε την απαραίτητη ασφάλεια. Χάρη στις επιλογές του δημιουργήθηκαν οι συνθήκες προκειμένου να αναδειχθεί γλαφυρά και με σαφήνεια το ύφος της μουσικής, είτε συνολικά, όπως στην περίπτωση του τρίτου μέρους της Συμφωνίας, το οποίο αν και επιγράφεται «μενουέτο» προσομοιάζει μάλλον σε «λέντλερ», τον παραδοσιακό αυτό αυστριακό χορό, είτε σε διάφορες επιμέρους ενότητες, τονίζοντας άλλοτε τον δραματικό και άλλοτε τον ανάλαφρο κομψό χαρακτήρα τους. Εάν συμφωνήσουμε ότι η μουσική στον δυτικό πολιτισμό φιλοξενεί την περίσσεια νοήματος, η οποία δεν χωράει στον λόγο, τότε ακριβώς αυτά τα στοιχεία, οι ποιότητες ισορροπίας της έκφρασης, της δομικής καθαρότητας και της «λογικής» διατύπωσης, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο αναπτύσσεται μια μουσική φράση, είναι εκείνα τα οποία προσδιορίζουν την ποιότητα και την αξία μιας ερμηνείας.

Ετσι λοιπόν, η ερμηνεία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών υπό τον Λεωνίδα Καβάκο δεν αρκέστηκε στην απόδοση της αισθητικής της μουσικής, αλλά ανέδειξε το περιεχόμενό της, φωτίζοντας τις διαθέσεις μέσα από τις οποίες περνάει διαδοχικά το έργο. Και είναι αυτό ένα από τα σημαντικότερα έργα της μουσικής φιλολογίας, όχι μονάχα της περιόδου πριν από τη Γαλλική Επανάσταση αλλά συνολικά.

Παρ’ όλα αυτά, η αξία του δεν αναγνωρίστηκε αμέσως. Αλλωστε, είναι αμφίβολο εάν παίχτηκε όσο ζούσε ο Μότσαρτ. Η τελευταία αυτή Συμφωνία του συνθέτη γράφηκε το 1788 και το 1896, δηλαδή περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, ο Γιοχάνες Μπραμς σχολίαζε: «Μπορώ να καταλάβω επίσης ότι η πρώτη Συμφωνία του Μπετόβεν εντυπωσίασε απίστευτα τον κόσμο. 

Ωστόσο, οι τρεις τελευταίες Συμφωνίες του Μότσαρτ είναι πολύ πιο σημαντικές. Ορισμένοι έχουν αρχίσει να το διαισθάνονται πια». Η Συμφωνία «του Διός», προσωνυμία που δεν της δόθηκε από τον Μότσαρτ, κέρδισε σύντομα το χαμένο έδαφος και το 1913 υπήρξε ένα από τα πρώτα συμφωνικά έργα που ηχογραφήθηκαν. Σήμερα αντιμετωπίζεται δίκαια ως ένα από τα κορυφαία δημιουργήματα του δυτικού πολιτισμού.