ΒΙΒΛΙΟ

Ο Δραγούμης των Βαλκανικών Πολέμων

Ποιος ήταν τελικώς ο Ιων Δραγούμης; Ενας ονειροπόλος υπερπατριώτης; Το σύμβολο του αντιβενιζελισμού κατά τον Εθνικό Διχασμό, τόσο ώστε να το πληρώσει ακόμα και με τη ζωή του μέσα στους δρόμους της Αθήνας; Ενας οραματιστής πολιτικός που θα είχε πολλά να δώσει αν ζούσε; Υπέρμαχος της δημοτικής και χαρισματικός συγγραφέας; Το βέβαιο είναι ότι η συζήτηση γύρω από το πρόσωπό του, τον μύθο του, συνεχίζεται, με διαστρεβλώσεις και υπερβολές, με δαιμονοποιήσεις και αγιοποιήσεις, αλλά και μέσα από τη σοβαρή, συστηματική έρευνα και καταγραφή. Κι όμως, αυτός ο τόσο πολυσυζητημένος άνθρωπος έχει ακόμα «μυστικά». Εναν αιώνα μετά τη δολοφονία του, φαίνεται πως υπάρχουν ακόμα κείμενα, τεκμήρια, αρχεία που παραμένουν στην αφάνεια. Η νέα έκδοση «Ιων Δραγούμης: Τα «κρυμμένα» ημερολόγια, Οκτώβριος 1912 – Αύγουστος 1913» σε εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια του Νώντα Τσίγκα και με πρόλογο του Μάρκου Φ. Δραγούμη, που πρόκειται να κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Πατάκη, ρίχνει φως σε μια κρίσιμη περίοδο τόσο για τον ίδιο τον Δραγούμη όσο και για την Ελλάδα (βρισκόμαστε ακριβώς πάνω στους Βαλκανικούς Πολέμους). 

Παρότι είχαν κυκλοφορήσει τα ημερολόγια του Ι. Δραγούμη, ουδείς είχε παρατηρήσει ότι, μυστηριωδώς, έλειπε αυτή η περίοδος. Το πρόσεξε, όπως γράφει στον πρόλογό του ο Μάρκος Φ. Δραγούμης, ο Ν. Τσίγκας. Οπως γράφει χαρακτηριστικά ο Μ. Φ. Δραγούμης: «Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει ο παρών τόμος, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για το περιεχόμενό του όσο και για τον σχολιασμό του από τον αγαπητό Νώντα, τον οποίον ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας. Ο Νώντας γνωρίζει τον Ιωνα όσο κανένας άλλος και τον αντιμετωπίζει με μεγάλη αγάπη. Τα σκαμπανεβάσματα στις ψυχικές διαθέσεις και πεποιθήσεις του Ιωνα είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του. Αυτό ενοχλεί πολλούς, καθώς τους εμποδίζει να τον κατατάξουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, αν κι αυτό έχει γίνει εντελώς αυθαίρετα κι αψυχολόγητα από κάποιους υπερεθνικιστικούς κύκλους. Ο Ιων έγραφε στα Τετράδιά του για τον εαυτό του, όχι για να γίνουν αυτά κοινό ανάγνωσμα. Αν συνέβαινε το αντίθετο, θα ήταν πιο προσεκτικός. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι άλλος ήταν ο Ιων του 1902, άλλος του 1912 κι άλλος του 1920, στις παραμονές της δολοφονίας του». 

Πορτρέτο του Παύλου Μελά (1870-1904). Aριστερά, η Μαρίκα Κοτοπούλη (1887-1954) ως «Αμερικανίς» δημοσιογράφος στα Πολεμικά Παναθήναια το 1913. Και οι δύο φωτoγραφίες είναι από το Αρχείο Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη, Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Τμήμα Αρχείων, η πρώτη με αριθ. τεκμηρίου 7345, η δεύτερη 7327.

Σήμερα η «Κ» προδημοσιεύει ενδεικτικά αποσπάσματα από τις ημερολογιακές αυτές σημειώσεις: σκηνές από το μέτωπο των Βαλκανικών, μια άποψή του για τον Βενιζέλο, η παθιασμένη του σχέση με την Κοτοπούλη (πολύ τρυφερός βγαίνει εδώ ο Δραγούμης), ο ίσκιος του Παύλου Μελά. Πρόκειται για συναρπαστικό ανάγνωσμα, φροντισμένο και καλά επιμελημένο, που ζωντανεύει μια τραγική φιγούρα αλλά και μια μακρινή όσο και καθοριστική για την Ελλάδα εποχή. 

Προδημοσίευση

Τήν ἄλλη µέρα τό πρωί ἔφυγα, πάλι µέ τό ἴδιο αὐτοκίνητο καί πήραµε τό δρόµο τῆς Βέροιας, περάσαµε ἀπό τόν κάµπο τοῦ Καϊλαριοῦ, ὅπου δεξιά καί ἀριστερά ἀπό τό δρόµο ἦταν σά σπαρµένο τό µέρος ἀπό ὀβίδες κανονιῶν Τούρκων. Ὄµορφη µέρα καί πιό ἥσυχος ἐγώ. Μέ στενοχωροῦσε προπάντων ἡ ἰδέα πού ἄφησα τήν ἀγαπηµένη µου βαρειά λυπηµένη ἀπό τό µισεµό µου, πού πήγαινα στόν πόλεµο. Θυµούµουν πώς φεύγοντας πρωί πρωί ἀπό τό σπιτάκι της κοντά στήν Ἀκρόπολη ἄκουσα τά κλάµατά της τά πολύ σπαρακτικά καί σταµάτησα µιά στιγµή, µά ἔπειτα χωρίς νά γυρίσω πίσω προχώρησα ὡς πού δέν ἄκουα πιά τίποτα καί συλλογιζόµουν πώς µοιραῖα κάνουµε κάποτε ἐκεῖνα πού δέν τά θέλουµε. Ἔκλαιε ἡ ψυχή µου γιά τή θλίψη τῆς ἀγαπηµένης µου καί δέν µποροῦσε νά σβυστεῖ ἀπό τό µνηµονικό µου ἡ εἰκόνα τοῦ µικροῦ µαύρου προσώπου της, πού ἦταν ἐπάνω ζωγραφισµένη µέσ’ στά δάκρυα ἡ ἀπελπισία. Τά µάτια ἐκεῖνα τά κλαµένα µ’ ἔκαιγαν ἀδιάκοπα. Σ’ ὅλο τό δρόµο, ὅπου ἔφτανα γύρευα νά βρῶ χαρτί καί µολύβι γιά νά τῆς γράφω γράµµατα καί τρόπο γιά νά τῆς τά στέλνω. 

• Ἀκούγαµε τίς κανονιές πού ἔπεφταν συχνά πυκνά. Γίνουνταν µάχη στά Γιανιτσά. Φτάσαµε στό Ἐπιτελεῖο τ’ ἀπόγευµα καί ἐξακολουθοῦσε ἡ µάχη καί τή βλέπαµε καθαρότατα. Ἐµεῖς ἤµαστε στόν κάµπο ξεσκέπαστοι καί οἱ Τοῦρκοι στά Γιανιτσά καί σ’ ὅλη τή λοφοσειρά. Ἔπεφταν οἱ ὀβίδες ἤ ἔσκαναν στόν ἀέρα καί φώτιζαν, προπάντων τήν ὥρα πού ἄρχισε νά σκοτεινιάζει. Κατά τίς 6 σταµάτησε ἡ µάχη γιατί ἤτανε νύχτα. Ἔβρεχε ψιλά ψιλά καί φυσοῦσε βορριάς. Στήσαµε τά ἀντίσκηνά µας στό σκοτάδι, φάγαµε λιγάκι. ∆ιψούσαµε πάρα πολύ καί πῆγα µέ τόν Ἀθηνογένη καί ἕνα χωροφύλακα χέστη νά φέρουµε νερό ἀπό ἕνα ποταµάκι µισή ὥρα πιό µπρός ἀπό τό µέρος πού ἤµαστε. Ὁ χωροφύλακας πού ἤρχουνταν πίσω µας, ὅλη τήν ὥρα ἤθελε νά φύγει νά γυρίσει πίσω καί µᾶς ἔλεγε «Ποῦ πᾶτε, πᾶµε πίσω» καί ἤθελε νά βρεῖ δικαιολογίες γιά νά γυρίσουµε πίσω. Τόν ἔβρισα στά γερά.

Η Μαρίκα Κοτοπούλη.

• Ὁ Βενιζέλος δέ θυµᾶται. Καµιά θύµηση δέν ἔχει, ἱστορία Ἑλληνική δέν αἰσθάνεται µέσα του. Νοιώθει µονάχα ἕνα κράτος Ἑλλαδικό πού εἶναι τό κέντρο κάθε του λογισµοῦ καί πού πρέπει νά µεγαλώσει λίγο, τόσο ὅσο νά γίνει σάν τό Βέλγιο. Εἶναι ὁ τελειότερος τύπος τοῦ πολιτικοῦ αὐτῆς τῆς πολιτικῆς. Il n’ a point de reminiscences. Καί γι’ αὐτό εἶναι εἰλικρινής στήν πολιτική του. ∆έν ξέρει τί θά πεῖ Μακεδονία καί  Ἤπειρο καί Θράκη, δέν ξέρει τή Βυζαντινή αὐτοκρατορία, δέν ξέρει τούς ἀγῶνες πού κάναµε σ’ αὐτά τά µέρη αἰῶνες τώρα πολεµώντας τούς Σλαύους. Γι’ αὐτόν αὐτά ὅλα δέν ὑπάρχουν, πῶς νά τά πονέσει λοιπόν, ἀφοῦ οὔτε κάν τά γνωρίζει; Ἡ Κρήτη –πού τήν ξέρει ὅµως αὐτήν γιατί ἀγωνίστηκε ἐκεῖ– καί µιά µικρή Ἑλλάδα, αὐτά γνωρίζει µονάχα. Αὐτά τόν κάνουν πρωθυπουργό, αὐτά τοῦ δίνουν τή βάση ἤ τό στυλοβάτη γιά νά πατεῖ ἀπάνω καί νά ὁρίζει ἀνθρώπους, αὐτά λοιπόν τοῦ φτάνουν αὐτουνοῦ. Καί µπορεῖ νά βεβαιώνω πώς γιά τήν Κρήτη ἔκανε τόν πόλεµο κι αὐτός, µολονότι φαίνεται σά νά τόν ἔκαµε γιά νά µεγαλώσει τήν  Ἑλλάδα. Πάλε ἡ Κρήτη µᾶς παράσυρε, σάν πάντα. ∆έν ἔκανε καινούρια πολιτική ὁ Βενιζέλος.

• Στό Θέατρο τοῦ  Ἡρώδη, ἡ ἀγαπηµένη µου στέκεται καί ἀπαγγέλνει Σολωµό καί τή µετάφραση τῆς Ἰφιγένειας τοῦ Γκαῖτε. Καί γώ κάθοµαι στά σκαλιά τῶν θεατῶν καί ἀκούω τή ζεστή φωνή της καθαρά καθαρά, πού κάθε λόγος της ἀρθρώνεται σά διαµάντι ἤ σά µαργαριτάρι σέ περιδέραιο, καί βλέπω τό µικρό καί µαῦρο της µουτράκι µέ τά µάτια πού δείχνουν τήν ἀφοσίωση τῶν λογισµῶν της σέ κεῖνα πού λέει. Βγήκαµε ἀπό τό σπιτάκι µας καί κείνη εἶναι χωρίς καπέλο, µέ τά σπιτικά της φορέµατα. Εἶναι σά µυσταγωγία τ’ ἀπόγεµα ἐτοῦτο.

• Ἔγραφα ἐγώ στό γραφεῖο µας καί κείνη κάθουνταν στόν καναπέ καί κεντοῦσε. Σήκωσα µιά στιγµή τό κεφάλι καί τῆς εἶπα· «Σέ λατρεύω». Συγκινηµένη µοῦ ἀποκρίθηκε· «Πῶς µέ συγκινεῖ αὐτό». Εἶπα· «Εἶµαι εὐτυχισµένος πού δουλεύω ἐδῶ δά κοντά σου». Ἀποκρίθηκε· «Καί γώ νοµίζω πώς εἶµαι στόν παράδεισο».

• Ἔφυγα ἀπό τήν Ἀθήνα γιά τόν πόλεµο στίς 13 τοῦ Ὀχτώβρη, µέρα πού στά 1904 σκοτώθηκε ἀπό τούς Τούρκους στή Στάτιστα  ὁ Παῦλος Μελᾶς, καί στό δρόµο πού πήγαινα µοῦ ἔρχονταν ὁλοένα στό νοῦ τά λόγια τοῦτα: «∆ικαιώνεται τώρα ὁ Παῦλος Μελᾶς».