ΜΟΥΣΕΙΑ

Η φλόγα της εξέγερσης συνέχιζε να καίει

Η έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης περιγράφει έναν αιώνα προσμονής για την Ελληνική Επανάσταση

i-floga-tis-exegersis-synechize-na-kaiei-561428485

«Στο ευρύ κοινό δεν είναι πολύ γνωστό ότι το 1821 ξέσπασαν και στη Θεσσαλονίκη επαναστατικά κινήματα. Είχαν μεγάλη ένταση, αλλά μικρή διάρκεια, κυρίως γιατί βρίσκονταν πολύ κοντά τα οθωμανικά στρατεύματα. Οι δυσκολίες ήταν αντικειμενικές και γεωγραφικές διότι η πόλη ήταν πολύ πιο κοντά στο κέντρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας», λέει στην «Κ» η δρ Αγγελική Κουκουβού, αναπληρώτρια διευθύντρια του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, μιλώντας για τη νέα περιοδική έκθεση που θα εγκαινιάσει το μουσείο στις 15/7 με τίτλο «Για μια φλόγα που καίει. Αρχαιότητες και Μνήμη, Θεσσαλονίκη – Μακεδονία [1821-2021]».

Αποτελεί τη συμμετοχή του ΑΜΘ στον εορτασμό για τα 200 χρόνια από τον σημαντικότερο σταθμό της νεότερης ελληνικής ιστορίας, το ξέσπασμα του αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία. Οπως θυμίζει η κ. Κουκουβού, περίπου 100 χρόνια μεσολαβούν από το 1821 μέχρι το 1912, όταν δηλαδή ενσωματώθηκε και η Μακεδονία στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος. Σχεδόν ένας αιώνας προσμονής, όπου η φλόγα της εξέγερσης καίει χρόνια για τους απανταχού Eλληνες. 

Μέσα από 117 αντικείμενα θα φωτιστεί αυτή η σημαντική και σχετικά άγνωστη σελίδα της ελληνικής ιστορίας. «Η ιστορία που θέλουμε κυρίως να αναδείξουμε σχετίζεται με τις αρχαιότητες και την προνομιακή θέση στα χρόνια του αγώνα, κυρίως στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης. Οι αρχαιότητες και η μνήμη γίνονται για μας η φλόγα που καίει περίπου και διατηρεί τη σύνδεση με την εθνική ταυτότητα. Στη Θεσσαλονίκη τα τείχη προστάτεψαν τη μνήμη της πόλης. Οσες φορές κι αν πολιορκήθηκε και αλώθηκε από τους Οθωμανούς, άλλες τόσες επισκεύαζαν τα τείχη και χρησιμοποιούσαν έτοιμο οικοδομικό υλικό. Χτίστηκαν δηλαδή οι αρχαιότητες στο σώμα των τειχών. Oταν στο β΄ μισό του 19ου αιώνα, με τον εξωραϊσμό της πόλης, κάποια τείχη, μαζί και το παραθαλάσσιο, διαλύθηκαν, πολλά αρχαία βγήκαν στο φως. Ετσι ανακαλύπτονταν η μνήμη και η ιστορία της πόλης». Στις επτά ενότητες της έκθεσης παρουσιάζονται αρχαιότητες, έργα συλλεκτών, κειμήλια, αρχειακό, οπτικό και ηχητικό υλικό καθώς και κειμενικές πηγές, σε μια εκθεσιακή αφήγηση που εντάσσει τα χρόνια της Επανάστασης, αλλά και τα χρόνια πριν και μετά από αυτήν, στη συνολική ιστορική διαδρομή της Θεσσαλονίκης. Μαζί προβάλλονται και μικρές προσωπικές ιστορίες που επίσης φωτίζουν τα γεγονότα, τις ιδεολογίες και το πνεύμα της εποχής.

i-floga-tis-exegersis-synechize-na-kaiei0
Μονόφυλλο με την προσωπογραφία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σημαία Μακεδόνων αγωνιστών που κοσμούσε την Αίθουσα των Τροπαίων των Ανακτόρων της Αθήνας, και επιτύμβιο ενεπίγραφο ανάγλυφο με μέλη μιας οικογένειας (96-192 μ.Χ.).

Η κ. Κουκουβού αναφέρεται στους αρχαιολογούντες, μια ομάδα καλλιεργημένων ανθρώπων και κάποιων που σπούδασαν στο εξωτερικό, οι οποίοι συγκέντρωναν κυρίως τις επιγραφές και αγωνίζονταν να περισώσουν ό,τι μπορούσαν. «Η σημασία των αρχαιοτήτων δεν ήταν μόνο το “Γι’ αυτά πολεμήσαμε” που είπε ο Μακρυγιάννης. Για τους Θεσσαλονικείς ήταν “γι’ αυτά θα πολεμήσουμε”. Θεωρούσαν πολύ σημαντικά τα αρχαία για την ταυτότητά τους».

Ο επισκέπτης της έκθεσης θα βρει απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα. Πώς είδαν ταξιδιώτες και περιηγητές τα αρχαιοελληνικά μνημεία της Θεσσαλονίκης, τον ρόλο που έπαιξαν οι αρχαιότητες στις προεπαναστατικές διεργασίες και τα απελευθερωτικά οράματα του μακεδονικού χώρου, η τύχη των επαναστατικών κινημάτων και των αγωνιστών του μακεδονικού χώρου, η δράση της ελληνικής κοινότητας στα χρόνια της προσμονής για την απελευθέρωση, οι αλλαγές που σημάδεψαν τον μετασχηματισμό της Θεσσαλονίκης μετά την οθωμανική κατάκτηση κ.ά. 

Ενα επτάλεπτο βίντεο συμπληρώνει το εκθεσιακό αφήγημα. «Εχουμε ετοιμάσει επίσης την ενότητα “Με τη δική της φωνή”, η οποία θα λειτουργεί με QR Code και αναφέρεται σε αντιπροσωπευτικά κομμάτια της έκθεσης». 

Oλα εδώ υπογραμμίζουν την ιστορία της πόλης μέσα από τις περιπέτειες των μνημείων της. Ακόμη κι αν είναι βιαστικός επισκέπτης πρέπει να σταθεί στις τέσσερις ρωμαϊκές προτομές οι οποίες ήταν εντοιχισμένες και αποκαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή του θαλάσσιου τείχους της Θεσσαλονίκης. Εξίσου ενδιαφέρον έχει και η ενότητα των περιηγητών, των ξένων που έρχονταν στην οθωμανική περίοδο, όπως ο E. M. Cousinéry, πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος μάζευε νομίσματα. Αξίζει την προσοχή μας η Σημαία Μακεδόνων αγωνιστών με την επιγραφή «ΣΗΜΕΑ ΕΛΗΝΗΚΗ – ΝΗΚΟΛΑ ΤΣΑΜΗΣ», το γιαταγάνι του αρματολού αγωνιστή Γεωργάκη Ολύμπιου, η επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον Εμμανουήλ Παπά ο οποίος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, η γυναικεία κεφαλή από αρχιτεκτονικό ανάγλυφο που βρέθηκε εντοιχισμένη στο θαλάσσιο τείχος της Θεσσαλονίκης στην οδό Προξένου Κορομηλά 16-18 και χρονολογείται στο 117-138 μ.Χ., το μονόφυλλο (αντίγραφο που ανατυπώθηκε) με την προσωπογραφία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Για τα παιδιά, η Χάρτα της Ελλάδος του Ρήγα Βελεστινλή μετατρέπεται σε ένα έξυπνο, επιτραπέζιο παιχνίδι, προσφέροντας ένα νοητό ταξίδι στους τόπους και τους ανθρώπους που ενέπνευσαν την Επανάσταση.

Η Νίκη

Η έκθεση κλείνει με αγαλματίδιο Νίκης που συμβολίζει την τελική νίκη, την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος. Τα αντικείμενα προέρχονται από τα: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Συλλογή Γιώργου Κωνσταντινίδη (ιστορικό οικογενειακό αρχείο), Συλλογή Κώστα Σταμάτη (γκραβούρες), Συλλογή Βασίλη Νικόλτσιου (ιστορικά πολεμικά κειμήλια).  

«Θεωρούμε τη νέα μας έκθεση “Για μια φλόγα που καίει” εορταστική, γιατί θα τη δει από κοντά το κοινό. Είναι μεγάλη χαρά μας να βλέπουμε επισκέπτες πάλι στο μουσείο», λέει η αναπληρώτρια διευθύντρια του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης και αναφέρεται σε όσους γεμίζουν σιγά σιγά τις αίθουσες. Επιπλέον θυμίζει ότι στο lockdown το μουσείο ήταν από τα πιο δραστήρια, με πολλές ψηφιακές δράσεις. 

«Η διά ζώσης εμπειρία δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την ψηφιακή, η οποία είναι συμπληρωματική και βοηθητική για εκείνους που δεν μπορούν να μετακινηθούν και να φτάσουν στο μουσείο».