ΘΕΑΤΡΟ

«Φοίνισσες», η τραγωδία της διχόνοιας

Ο Γ. Μόσχος μιλάει για την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου και το μήνυμά της

foinisses-i-tragodia-tis-dichonoias-561436417

«Οι “Φοίνισσες” θα είναι πάντα επίκαιρες, είναι η τραγωδία της διχόνοιας, της εμφύλιας διαμάχης». Ετσι συστήνει το έργο του Ευριπίδη ο Γιάννης Μόσχος, σκηνοθέτης της δεύτερης παραγωγής του Εθνικού Θεάτρου φέτος στην Επίδαυρο και της πρώτης δικής του δοκιμής στο θέατρο του Πολυκλείτου στις 30, 31/7 και την 1/8.

Οσο κι αν φίλοι και συνάδελφοί του τονίζουν ότι η πρώτη φορά σε αυτόν τον χώρο φοβίζει τους περισσότερους καλλιτέχνες, εκείνος δηλώνει: «Δεν νιώθω τρομοκρατημένος, αντίθετα αισθάνομαι χαρά και συγκίνηση. Η όποια αγωνία δεν σχετίζεται με τον χώρο, όσο με το αν θα πάει καλά η παράσταση».

Ετσι ξεκινάμε τη συζήτηση για τις «Φοίνισσες», μια τραγωδία που δεν ανεβαίνει συχνά. «Γιατί δεν έχει έναν βασικό πρωταγωνιστή, αλλά πολλούς κεντρικούς ρόλους. Βλέπετε, το θέατρο παραμένει βεντετοκρατούμενο. Η παράδοση της Κοτοπούλη και της Κυβέλης δεν έχει σταματήσει. Οι κρατικές σκηνές πρέπει να ανεβάζουν έργα συνόλου όπως αυτό. Και αυτές βέβαια αναζητούν τον πρωταγωνιστή. Αυτές οι παραγωγές στην Επίδαυρο είναι κοστοβόρες. Ακόμη και το Εθνικό που χρηματοδοτείται έχει ανάγκη τα έσοδα, δεν αρκεί η επιχορήγηση για να είναι βιώσιμο. Αλλωστε, η τακτική επιχορήγηση των δύο κρατικών θεατρικών σκηνών καλύπτει μόνο το επίπεδο της μισθοδοσίας, τίποτε άλλο».

Διάλεξε αυτή την τραγωδία του εμφύλιου σπαραγμού για να μιλήσει για όσους μένουν τυφλοί απέναντι στην Ιστορία. «Με συγκινεί αυτή η τραγωδία επειδή δεν παίζεται συχνά. Επιπλέον, γιατί καταπιάνεται με το θέμα του διχασμού και της εμφύλιας διχόνοιας που δεν είναι ελληνικό πρόβλημα, όπως βαυκαλιζόμαστε να πιστεύουμε, αλλά παγκόσμιο. Αναρωτιέται κανείς γιατί οι λαοί αρνούνται να μάθουν από το παρελθόν και συνεχίζουν τις καταστροφικές επιλογές του διχασμού παρότι τίποτε καλό δεν έφερε η διχόνοια;».

foinisses-i-tragodia-tis-dichonoias0
«Θα υποβάλω υποψηφιότητα για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στο Εθνικό. Με ενδιαφέρει συνολικά ο χώρος του θεάτρου μέσα από τη διοίκηση ενός οργανισμού», λέει ο Γιάννης Μόσχος.

Είναι μια τραγωδία που όλοι οι ρόλοι είναι βασικοί και κομίζουν κάτι ουσιαστικό στην εξέλιξη του έργου. Ομως ο Γ. Μόσχος επαναδιατυπώνει τις «Φοίνισσες» στο σήμερα για να γίνει πιο εύκολα αντιληπτό το έργο στον σύγχρονο θεατή. Οπως εξηγεί, προχώρησε σε δραματουργικές παρεμβάσεις παίρνοντας αρκετές ελευθερίες στα χορικά και στο φινάλε του έργου, σε μια προσπάθεια να συνδεθεί ο Χορός πιο οργανικά με τη δράση των επεισοδίων και να δοθεί μια καθαρότερη λύση για το τέλος. Επιπλέον έγιναν και κάποιες συμπτύξεις του κειμένου και λίγες μεταθέσεις στίχων, χάριν σκηνικής οικονομίας.

«Ο Ευριπίδης στον χορό των “Φοινισσών” έχει μια ενδιαφέρουσα ιδέα και ανακαλεί όλο το ιστορικό παρελθόν της Θήβας πηγαίνοντας πολύ πίσω για να βρει τη ρίζα του κακού και να εξηγήσει γιατί δεν μαθαίνουν οι άνθρωποι. Ωστόσο, η πληθώρα αναφορών μυθολογικών ονομάτων και ιστοριών του παρελθόντος μπερδεύει τον σημερινό θεατή. Διαβάζοντας το έργο, χρειάστηκα τη βοήθεια του Νικηφόρου Παπανδρέου (μετάφραση) και της Ελένης Παπάζογλου (επιστημονική σύμβουλος). Αν εγώ, που είμαι σκηνοθέτης της παράστασης, χρειάστηκα βοήθεια για να κατανοήσω εις βάθος σημεία του έργου, καταλαβαίνετε τι συμβαίνει στον θεατή».

Ως παράδειγμα αναφέρει τα χορικά, τα οποία «πολλές φορές παρουσιάζονται σαν μουσικά διαλείμματα για να περιμένει κανείς τι θα γίνει στο επόμενο επεισόδιο. Αλλά αυτό δεν ωφελεί στη θέαση».

Ετσι τα συντόμευσε, κρατώντας τον πυρήνα. Η άλλη αλλαγή που έκανε είναι στο φινάλε του έργου. Η Αντιγόνη αναφέρει ότι θα θάψει τον αδελφό της Πολυνείκη, ενώ φεύγει με τον πατέρα της Οιδίποδα. «Υπάρχουν μελετητές που ισχυρίζονται ότι υπήρξαν νέες μεταγραφές και ότι μας μεταλαμπαδεύτηκαν τα κείμενα με κάποιες νοθείες. Πήρα την ελευθερία να οδηγηθώ σε μια πιο καθαρή λύση. Δηλαδή, η Αντιγόνη παραμένει για να θάψει τον αδερφό της Πολυνείκη, ενώ ο Οιδίποδας φεύγει μόνος του να πάει στον Κολωνό. Είναι μια καθαρή αφήγηση, θέλοντας να τονίσω ότι το κλίμα του διχασμού θα διαιωνιστεί, δεν θα σταματήσει. Αλλωστε, ο μέσος θεατής που παρακολουθεί θέατρο γνωρίζει τη σύγκρουση Κρέοντα – Αντιγόνης που ακολουθεί. Ο Ευριπίδης 2.500 χρόνια μιλάει για τον εσαεί διχασμό. Και προτρέπει να αναλογιστούμε την ευθύνη όλων μας για τη διαιώνιση αυτού του κλίματος».

«Παρότι πλήγμα επικοινωνιακά, είναι υγιές ότι κάποιοι μίλησαν»

Γιατί διχαζόμαστε ακόμη; «Ισως, εξαιτίας μιας βαθύτερης ανάγκης όλων μας να ανήκουμε σε μια ομάδα. Πρέπει να είμαστε με το άσπρο ή το μαύρο». Το σημειώνει και στο πρόγραμμα της παράστασης. «Οι λαοί σε όλον τον κόσμο μοιράζονται διαρκώς σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα, μια τάση που πριμοδοτούν –διαχρονικά– οι περισσότεροι πολιτικοί, όλων των αποχρώσεων, χωρίς καμία διάθεση πραγματικής συνεννόησης και ουσιαστικού διαλόγου, καλώντας τους πολίτες να επιλέξουν στρατόπεδο, να διαλέξουν ανάμεσα σε “αυτούς” 
και σε “εμάς”».

Οι σκηνοθετικές επιλογές όρισαν και άλλες παρεμβάσεις στις «Φοίνισσες». Ο πρόλογος του έργου αποδόθηκε πολυφωνικά από τον Χορό, αντί της Ιοκάστης, ενώ η Σφίγγα, το μυθολογικό πλάσμα που αναφέρεται συχνά στο κείμενο του Ευριπίδη, εδώ, είναι παρούσα στη σκηνή. «Είναι παρούσα και δημιουργεί σε όλους ανησυχία και απορία, γιατί; Στο τέλος δίνεται μια εξήγηση, αλλά δεν θέλω να την αποκαλύψω. Δεν μου αρέσει να εξηγώ τόσο πολύ τα πράγματα, θέλω να δω και την πρόσληψη του κοινού».

Το αίνιγμα του χειμώνα

Η συζήτηση στρέφεται γενικότερα στις δύο κρίσεις που έζησε το θέατρο. «Κανείς δεν είναι σίγουρος για την επόμενη μέρα. Ο επόμενος χειμώνας παραμένει αίνιγμα. Θα είναι εύκολος; Θα επιστρέψουμε στην έκρηξη του αριθμού των παραγωγών όπως συνέβαινε πριν από δύο χρόνια; Είναι αντιφατικό αν σκεφτεί κανείς ότι η υπερπαραγωγή στο θέατρο συνδέεται με την οικονομική κρίση που προηγήθηκε. Επίσης, οι κρίσεις δυνάμωσαν την επιμονή εκείνων που θέλουν να κυνηγήσουν το όνειρό τους στο θέατρο».

Στην πανδημία ο χώρος έβγαλε στην επιφάνεια σωρό καταγγελιών. «Παρότι είναι μεγάλο πλήγμα επικοινωνιακά, είναι υγιές ότι κάποιοι μίλησαν. Δεν μπορούν να γίνονται ανεκτά τέτοια ζητήματα στην εποχή μας. Δεν είδα, όμως, τα ΜΜΕ ή άλλους χώρους να μιλήσουν για το δικό τους πλήγμα. Αυτό που έγινε είναι ένα βήμα στη δημόσια σφαίρα».

Ο Γιάννης Μόσχος ξεκίνησε ως βοηθός του Τάσου Μπαντή και παράλληλα του Γιάννη Χουβαρδά. Με το ένα πόδι στο θέατρο «Εμπρός» και το άλλο στο «Αμόρε», σε μια εποχή που οι ομάδες ήταν ισχυροί θεατρικοί πυρήνες. Τονίζει ότι οι πυρήνες αυτοί, τότε, δεν δημιουργήθηκαν τυχαία. «Υπήρχε προσπάθεια από την πολιτεία που συστηματοποιήθηκε με το θέμα των επιχορηγήσεων και κάποια σχήματα δικαίως ενισχύθηκαν και μπόρεσαν να στεριώσουν θέατρα τα οποία ήταν σημεία αναφοράς για όλους μας. Υπήρχε μεγάλη αφοσίωση αλλά η πίστη στο θέατρο υπάρχει από πολλούς και σήμερα».

«Υποβάλατε υποψηφιότητα για τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στο Εθνικό Θέατρο;» ρωτάω τον σκηνοθέτη. «Θα υποβάλω τις επόμενες μέρες. Με ενδιαφέρει συνολικά ο χώρος του θεάτρου μέσα από τη διοίκηση ενός οργανισμού».

Ομως, η έλλειψη εμπειρίας διοίκησης; «Δεν είμαι άπειρος διοικητικά. Δούλεψα ως διευθυντής παραγωγής επί τρία χρόνια στο “Αμόρε” το οποίο λειτουργούσε με πυρετώδη ρυθμό. Ο Γιάννης Χουβαρδάς και ο Θωμάς Μοσχόπουλος, που μοιράζονταν την καλλιτεχνική διεύθυνση, συνεργάζονταν για μια εποχή και με μια ομάδα τεσσάρων ανθρώπων που βοηθούσαμε στο έργο της Καλλιτεχνικής Επιτροπής». Στο «Εμπρός» ήταν υπεύθυνος οργάνωσης στην Ανωτέρα Δραματική Σχολή του οργανισμού «Μορφές». «Δεν περιορίστηκα στην τέχνη του σκηνοθέτη, πέρασα από διάφορα πόστα κι έχω μια συνολική θεώρηση πώς δουλεύει η πίσω πλευρά του θεάτρου. Η εμπειρία του “Αμόρε” ήταν πολύτιμη».

Θεωρεί ότι στις κρατικές σκηνές λείπει ένας καλύτερος συντονισμός των εσωτερικών του θεάτρου. «Το Εθνικό λειτουργεί καλά, έχει ωστόσο κάποια περιθώρια βελτιώσεων. Οπως το να ανοίξει τον δρόμο στο εξωτερικό, προσπάθεια που έγινε επί της θητείας του Γ. Χουβαρδά, αλλά κόπασε στην πορεία. Σε αυτή τη θέση δεν αρκεί μόνο το καλλιτεχνικό όραμα, χρειάζεται να είσαι και καλός μάνατζερ. Χρειάζεται επίσης στήριξη του νέου ελληνικού έργου και δόκιμων νέων συγγραφέων. Τις αδυναμίες τους θα τις δουν όταν παίζονται τα έργα τους. Ο διάλογος με τους ανθρώπους της πράξης θα τους βοηθήσει».

Ολα αυτά βέβαια απέχουν πολύ από τη Φαρμακευτική από την οποία πρώτα αποφοίτησε για να συνεχίσει με σπουδές στο Τμήμα Θεάτρου, επίσης του ΑΠΘ. «Είμαι ευτυχής στο θέατρο και συνεχίζω να το λατρεύω μετά από 25 χρόνια δουλειάς. Στο επάγγελμα του φαρμακοποιού δεν μπήκα ποτέ. Παρότι και οι δυο γονείς, όπως και ο αδερφός μου, είναι γιατροί, έσπασα την οικογενειακή παράδοση. Το θέατρο ήταν ο δρόμος μου. Οι γονείς πια είναι χαρούμενοι, τότε δεν το έβλεπαν θετικά. Ομως, τώρα καταλαβαίνω την αγωνία που ένιωθαν τότε. Εκανα πραγματικότητα το όνειρό μου και αυτό συμβουλεύω τα νέα παιδιά. Να επιμείνουν τώρα για το πάθος τους, γιατί στα 50 θα αναρωτιούνται γιατί το άφησαν να σβήσει».