ΜΟΥΣΙΚΗ

Μουσικές του καλοκαιριού #2

moysikes-toy-kalokairioy-2-561443812

Ορισμένα τραγούδια τα ανακαλύπτεις αργά, με καθυστέρηση. Οχι ότι δεν τα έχεις ακούσει στο παρελθόν. Αλλά μπορεί να υπάρξει εκείνη η πρώτη, παρθενική φορά που θα τα «ακούσεις» στ’ αλήθεια. Μπορεί και όχι. Aμα συμβεί όμως, η στιγμή έχει κάτι φορτισμένο. Ισως επειδή αυτή η αληθινά πρώτη ακρόαση συμπίπτει ή συνδυάζεται με μιαν άλλη εμπειρία, που δίχως ένα τέτοιο τραγούδι να παρέμενε ανείπωτη.

Σε κάθε περίπτωση: η ανάμνηση είναι νωπή, χθεσινή σχεδόν. Εχεις μπροστά σου τη νοσηλεύτρια να σου λέει κατηγορηματικά: «Αν σας δω να κλαίτε μπροστά στο παιδί, θα σας βγάλω έξω χωρίς δεύτερη κουβέντα». 

Τις πρώτες νύχτες, κι ενώ το παιδί κοιμάται στο πλάι σου, ανήμπορος να κλείσεις μάτι (ή επειδή ξύπνησες ξαφνικά, έντρομος, στις δύο η ώρα το πρωί, κοιτώντας τον ορό από πάνω της), χωρίς δεύτερη σκέψη, σου ’ρχεται κάτι σαν υπενθύμιση: φοράς τα ακουστικά και βάζεις να ακούσεις στο YouTube ένα τραγούδι που έχεις ακούσει τυχαία, περιστασιακά, πολλές φορές στο παρελθόν. 

Το ξέρεις ότι είναι ένα ωραίο τραγούδι, ήξερες πως είναι ένα από τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια για την ακρίβεια. Ομως, εκείνη την απελπισμένη νύχτα το άκουσες για πρώτη φορά. Το άκουσες αλλιώς. 

«Τι έπαιξα στο Λαύριο». Πασίγνωστο, ε; Τόσο παλιό, του ’79, κι όμως ακόμα τόσο φρέσκο. Τόσο άγνωστο, τόσο νέο. Η απαλή, βραχνή, βελούδινη φωνή του Σαββόπουλου αίφνης σου λέει κάτι που δεν είχες ποτέ σου σκεφτεί ή αισθανθεί. Επρεπε να αρρωστήσει σοβαρά το παιδί σου για να συμβεί. Επρεπε να κινδυνεύσει να πεθάνει. Κι έπρεπε να βρεθείς περιτριγυρισμένος από άλλα, σοβαρά άρρωστα παιδιά, για να σου συμβεί. «Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά; Eτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα./ Και μας κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα».

Εκτοτε, δεν υπάρχει φορά που να μην το ακούσεις και να μην κλάψεις. Οχι να βουρκώσεις ή να τρέξουν μερικά δάκρυα· να κλάψεις τ’ άντερά σου.
Οπως το είπε η καλή νοσηλεύτρια. Περίπου: εκείνη είπε, μη σας δει να κλαίτε. Το καταφέραμε. Αυτό που δεν καταφέραμε ήταν να της κρυφτούμε.  
Ισως, σκέφτηκε η περίλυπη έως θανάτου ψυχή σου εκείνη τη μαύρη (μαύρη!) νύχτα, να μπορώ να της κρυφτώ εφόσον κοιμάται. Ετσι, όλες εκείνες τις άγρυπνες νύχτες η μουσική σε στήριζε για την επόμενη ημέρα.

«Μα ο χρόνος ο αληθινός, σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος/ μα ο χρόνος ο αληθινός, είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός». Ναι, διότι το παιδί έχει σηκωθεί πια απ’ το κρεβάτι. Κολυμπάει, μπορεί και χτενίζει ξανά τα μαλλιά της. Ο χρόνος ο αληθινός – αυτό που δεν μετράει πια για ορισμένα από τα άλλα παιδιά που βρίσκονταν τριγύρω σου τότε…

Ετσι, σκέφτεσαι ότι σου δόθηκε μια χάρη: κάποτε, όταν μεγαλώσει, να ακούσετε παρέα αυτό το τραγούδι. Τότε να δούμε αν θα μπορέσεις να της κρυφτείς.