ΒΙΒΛΙΟ

Ενα εικοσιτετράωρο στη Σκόπελο με τη συγγραφέα και ποιήτρια Ελένη Κοσμά

ena-eikositetraoro-sti-skopelo-me-ti-syggrafea-kai-poiitria-eleni-kosma-561466153

5.40 
Ανοίγω για πρώτη φορά τα μάτια μου. Δεν αντικρίζω τοίχο, αλλά θάλασσα. Θαυμάζω για λίγο τα χρώματα, σκέφτομαι πόσο τυχερή είμαι και κοιμάμαι ξανά.

6.20 
Ανοίγω για δεύτερη φορά τα μάτια μου, με την ελπίδα πως είναι το λιγότερο 10. Δεν είναι, όμως. Οι αποχρώσεις τώρα είναι διαφορετικές. Το ελαφρύ αεράκι που αισθάνομαι στο πρόσωπο αφήνει εντελώς αμετάβλητη τη θάλασσα απέναντί μου.  

7.30 
Σκέφτομαι τα όνειρα που είδα: το ένα είναι ίδιο και απαράλλαχτο η «Πείνα» του Χάμσουν. Αγωνιώδες και συντριπτικό. Το άλλο θυμίζει κάτι από τον «Δεσμώτη του ιλίγγου», με τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο στον κεντρικό ρόλο. Αναρωτιέμαι ποιος μπορεί να αφηγηθεί τα όνειρά του χωρίς να κάνει τον άλλον να βαρεθεί φριχτά.

7.50 
Εχω σηκωθεί και ετοιμάζω τον καφέ μου. Σκέφτομαι πως θα ήταν ωραία να πάω για ένα πρωινό μπάνιο. Ανοίγω τον υπολογιστή μου, διαβάζω ό,τι έχασα τις τελευταίες 6-7 ώρες του ύπνου. Μηνύματα από φίλους κυρίως. Απαντώ στα περισσότερα. Ανοίγω το αγαπημένο μου βιβλίο για τους καρχαρίες, από το National Geographic.

8.30 
Είναι καλή ιδέα να αρχίσω να ετοιμάζομαι για τη θάλασσα. Φέτος το καλοκαίρι, στη Σκόπελο έχουν στρατοπεδεύσει μέδουσες. Μάλλον, όμως, κοιμούνται περισσότερο από εμένα και τα πρωινά οι θάλασσες είναι καθαρές και ακίνδυνες. Οι μέδουσες είναι, μου είπε ένας καπετάνιος εδώ, λουλούδια που κόπηκαν από ένα δέντρο κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Δεν τους φαίνεται. Αναρωτιέμαι πώς θα αντιδρούσα αν λάμβανα ποτέ ανθοδέσμη από μέδουσες. Ή αν πέθαινα και μου άφηναν στον τάφο ένα μπουκέτο μέδουσες.

9.15 
Εχω ξεκινήσει. Στην τσάντα μου βρίσκονται τρία βιβλία: «Γράμματα στον κόσμο από τη Μόρια» της Παρβάνα Αμίρι, «Το προσκλητήριο ηρώων» του Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ και «Η πιο πολύτιμη πραμάτεια» του Ζαν-Κλοντ Γκραμπέρ. Καθώς τα διαβάζω (ταυτόχρονα) σκέφτομαι πως το 1ο και το 3ο θα μπορούσαμε ίσως να τα διαβάσουμε και στο σχολείο. Το οργανώνω σιγά σιγά στο μυαλό μου. Κρατώ τα λόγια της Αμίρι: «Και τι θα λέγατε αν κρατούσατε μια χούφτα χώμα της Μόριας και βλέπατε ότι είναι πιο αδύναμο κι από τη στάχτη, γιατί κάθε βράδυ περισσότεροι από 20.000 άστεγοι φωνάζουν τη δυσπιστία τους στον κόσμο; Μόνο μια καρδιά μπορεί να ζεστάνει μια άλλη καρδιά, η μόνη πηγή θερμότητας για τις καρδιές είναι μια άλλη καρδιά. Τι θα κάνατε; Ποια λόγια θα χρησιμοποιούσατε; Δεν θα φωνάζατε στον κόσμο την απόλυτη δυσπιστία σας;»

9.45 
Μπλουμ – δεν έχει καρχαρίες, ούτε μέδουσες.

10.15 
Πιάνω το κινητό με χέρια που στάζουν και με την ελπίδα πως είναι το λιγότερο 11. Ξαναπιάνω τα τρία βιβλία της τσάντας. Ανοίγω την «Πιο πολύτιμη πραμάτεια»: «Σε πολλά παραμύθια, κι εμείς τώρα είμαστε ασφαλώς μέσα σ’ ένα παραμύθι, υπάρχει ένα δάσος. Και μέσα σ’ αυτό το δάσος ένα σημείο πιο πυκνό απ’ όσο τριγύρω, δύσκολο να μπει κανείς, ένα σημείο άγριο και μυστικό, που το προστατεύει από τους παρείσακτους η ίδια του η βλάστηση».

11.00 
Ο ήλιος αρχίζει να γίνεται κουραστικός, οπότε παίρνω τον δρόμο της επιστροφής.

12.00 
Ας βάλω δυο-τρία πράγματα σε μια σειρά: να διαβάσω, να γράψω, να οργανώσω. Εχω πολλή δουλειά και είναι η κατάλληλη ώρα.

12.15 
Βρίσκομαι ήδη για καφέ στη φίλη μου τη Δήμητρα, στο ωραίο «Αρμολόι». Φέτος, αυτό το αγαπημένο μαγαζί με τα θαυμαστά κεραμικά φιλοξενεί και το βιβλίο μου. Η εικόνα του «Ψυχρού καιρού» πάνω στο τραπέζι με συγκινεί πολύ. Ο Νίκος Μάρκου, που έστησε αυτό το μαγαζί πολλά χρόνια πίσω, ήταν ένας σπουδαίος κεραμίστας και η κόρη του, η Δήμητρα, συνεχίζει και εξελίσσει την ωραία τέχνη της κεραμικής. Πίνουμε τον καφέ μας. Κόσμος φεύγει, κόσμος έρχεται· σχέδια, σχέδια, σχέδια: για απόψε, για αύριο, για τη Δευτέρα, για το επόμενο καλοκαίρι…

14.00 
Καλοκαιρινή σιέστα· δύο λέξεις, χίλια συναισθήματα, τρία βιβλία (τα πρωινά). 

17.00 
Ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις για το βράδυ (απόγευμα). Τηλέφωνα, μηνύματα, φωνές κάτω από το μπαλκόνι (διατηρούμε και τις παλαιότερες μορφές επικοινωνίας στο νησί). Ηρθε ο ένας, έφυγε ο άλλος, τον τρίτο τον τσίμπησε η μέδουσα (δεν ήρθε για μπάνιο μαζί μου το πρωί), ο πέμπτος έπαθε ηλίαση, ο έκτος μάλωσε με τον τέταρτο. Στο τέλος μαζευόμαστε αρκετοί· οι καλοκαιρινές παρέες έχουν κάτι το ευμετάβλητο, κάτι το κυματώδες. Αν ήταν σημείο στίξης, θα ήταν σίγουρα μια άνω τελεία. Ψηλή, σαν την κορυφή ενός μεγάλου κύματος.

20.00 
Μπήκαμε στη βραδινή ζώνη. Η βραδινή ζώνη είναι η ομερτά του εικοσιτετραώρου.

Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί η δεύτερη ποιητική συλλογή της Ελένης Κοσμά, με τίτλο «Μες στον ψυχρό καιρό». Τα ποιήματα αυτά έχουν ένα νήμα που τα συνδέει: το σύμβολο του σπιτιού. Το σπίτι στην κυριολεξία του, αλλά κυρίως στις πολλές του μεταφορές. Το θέμα των ποιημάτων αυτών είναι η οικειοποίηση και η εγκατάλειψη του σπιτιού, του οικείου τόπου: πώς ερχόμαστε αντιμέτωποι με το βάρος της ιστορίας, με το βάρος των ψυχρών καιρών μας, με ό,τι απομένει ύστερα από τη συντριβή.