ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Το Βατικανό υποδέχεται τη νεοελληνική τέχνη

Εκθεση ζωγραφικής με έργα από σημαντικές συλλογές

to-vatikano-ypodechetai-ti-neoelliniki-techni-561586636

Είναι η πρώτη πολιτιστική εκδήλωση της Ελλάδας στο Βατικανό, ένα από τα κέντρα που διαμόρφωσαν την ευρωπαϊκή τέχνη. Kαι αυτό την κάνει κατ’ αρχήν ξεχωριστή. Η έκθεση «Κοινωνία Προσώπων – Η απεικόνιση της ανθρώπινης μορφής. Από τη μεταβυζαντινή τέχνη στη σύγχρονη ελληνική ζωγραφική», που διοργανώνει η πρεσβεία της Ελλάδας στην Αγία Εδρα σε συνεργασία με την Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου εγκαινιάστηκε πριν από λίγες ημέρες στο ιστορικό κέντρο της Ρώμης, στην Piazza della Cancelleria (πλατεία της Καγκελαρίας)

«Είχαμε την ιδέα να διοργανώσουμε ένα εικαστικό γεγονός, επειδή στο Βατικανό και ευρύτερα στην ιταλική χερσόνησο είναι ιδιαίτερα γνωστή η κλασική Ελλάδα και η σύγχρονη λογοτεχνία μας, αλλά όχι η ζωγραφική παραγωγή της μετεπαναστατικής περιόδου», λέει στην «Κ» ο Πάνος Καλογερόπουλος, πρέσβης της Ελλάδας στην Αγία Εδρα, ο οποίος είχε πρωτεύοντα ρόλο στη σύλληψη και στην υλοποίηση του συγκεκριμένη έργου. «Πιστεύουμε ότι, μολονότι η Ρώμη διαφυλάσσει μια τεράστια εικαστική παρακαταθήκη που δημιουργήθηκε υπό την αιγίδα των Παπών, αυτό δεν θα πρέπει να μας αποθαρρύνει από το να δείξουμε τους τόσο αξιόλογους δικούς μας ζωγράφους».

Το Palazzo della Cancelleria του Βατικανού όπου φιλοξενείται η έκθεση, άρχισε να κτίζεται στο τέλος του 15ου αιώνα και στέγασε κυβερνητικές υπηρεσίες του παπικού κράτους μέχρι την κατάλυσή του το 1870. Περιλαμβάνεται στα κτίρια εκτός της τοιχισμένης Πόλης του Βατικανού, αλλά υπάγεται στην κυριαρχία του δυνάμει της αρχής της extraterritoriality. Σε αυτό το παλάτι εκτίθενται έως τις 8 Δεκεμβρίου 66 έργα ελληνικής ζωγραφικής που προέρχονται από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης, από μουσεία και ιδρύματα, καθώς και από ιδιωτικές συλλογές. Αντιπροσωπεύονται οι πιο σημαντικοί ζωγράφοι της νεοελληνικής τέχνης, από τον Νικόλαο Γύζη, τον Νικηφόρο Λύτρα και τον Γιώργο Ιακωβίδη έως τον Γιάννη Μόραλη, τον Γιάννη Τσαρούχη, και τους πιο σύγχρονους Χρόνη Μπότσογλου, Γιάννη Ψυχοπαίδη, Χρήστο Μποκόρο και Γιώργο Ρόρρη μεταξύ πολλών άλλων.

to-vatikano-ypodechetai-ti-neoelliniki-techni0
Χρήστος Μποκόρος (Αγρίνιο 1956), «Μυρσίνη», 2008. Χρώματα λαδιού σε λινό, 120 x 100 εκ. (συλλογή Σωτήρη Φέλιου).

Επιμελήτρια είναι η επίτιμη διευθύντρια συλλογών και μουσειολογικού προγραμματισμού της Εθνικής Πινακοθήκης Ολγα Μεντζαφού, με συνεργάτιδα τη Μαρία Μιγάδη, ανεξάρτητη ιστορικό τέχνης. Ενα επιπλέον σημαντικό στοιχείο για την έκθεση είναι η απόφαση να ξεκινάει με αγιογραφία. «Η βυζαντινή τέχνη, συνέχεια και εξέλιξη της ελληνιστικής, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην απεικόνιση του προσώπου», εξηγεί η κ. Μεντζαφού. «Αρχίζουμε λοιπόν την έκθεσή μας με την αγιογραφία της μεταβυζαντινής εποχής επειδή πιστεύουμε πως μέσα από την εξέλιξή της και τις επιρροές που δέχτηκε και ενσωμάτωσε, φθάνουμε στη γένεση της νέας ελληνικής τέχνης: στα ενετοκρατούμενα Επτάνησα στην αρχή και στη συνέχεια στο ελληνικό κράτος που ιδρύθηκε μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Παράλληλα, ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις αισθητικές αρχές της βυζαντινής τέχνης που αναβίωσαν τη δεκαετία του 1920 και 1930 και μάλιστα με μια στροφή προς τις πηγές της, το φαγιούμ. Οι καλλιτέχνες της γενιάς αυτής, μέσα από την απεικόνιση του προσώπου, θα δώσουν το μέτρο με το οποίο μπορούν να αντλούν από την εθνική κληρονομιά χωρίς να αποστασιοποιούνται από τις αρχές του μοντερνισμού».

Η έκθεση σηματοδοτεί παράλληλα δύο επετείους: Τα σαράντα χρόνια από την ανταλλαγή πρέσβεων μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Αγίας Εδρας (1980) και, βεβαίως, τα 200 χρόνια από τον Αγώνα της Ελληνικής Παλιγγενεσίας. Η επιλογή του θέματος είχε καθοριστική σημασία. «Η απεικόνιση της ανθρώπινης μορφής είναι θεμελιώδες στοιχείο για τον τρόπο με τον οποίο είδε ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός τον γύρω του κόσμο», σχολιάζει ο κ. Καλογερόπουλος. «Επίσης σκεφθήκαμε ότι θα παρουσίαζε ενδιαφέρον να γνωρίσει το ιταλικό κοινό πώς μια κοινωνία που είχε αποκοπεί για τους γνωστούς λόγους από την καλλιτεχνική εξέλιξη της υπόλοιπης Ευρώπης για αιώνες, κατάφερε να επανασυνδεθεί μαζί της σε διάστημα δύο-τριών γενεών και να συμμετάσχει ισότιμα στο διεθνές εικαστικό γίγνεσθαι».

to-vatikano-ypodechetai-ti-neoelliniki-techni2
Χρόνης Μπότσογλου (Θεσσαλονίκη 1941), «Ο γλύπτης Αλμπέρτο Τζιακομέτι», 2003. Λάδι σε μουσαμά, 199 x 98,5 εκ. (συλλογή Σωτήρη Φέλιου).

 

«Η απεικόνιση της ανθρώπινης μορφής είναι θεμελιώδες στοιχείο για τον τρόπο με τον οποίο είδε ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός τον γύρω του κόσμο».

«Η παρουσία της ανθρώπινης μορφής και η απεικόνισή της από τις βυζαντινές εικόνες ώς τις μέρες μας, όπως διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στο πέρασμα των εποχών, είναι το κατεξοχήν θέμα που ανταποκρίνεται στο ουμανιστικό περιβάλλον της Ρώμης και ειδικότερα του Βατικανού, και εκφράζει τον άρρηκτο σύνδεσμο μεταξύ των χωρών μας», αναφέρει η κ. Μεντζαφού. Σε διάφορες ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, φιλοσοφικές, ποιητικές  συνθήκες η απεικόνιση του προσώπου μεταφέρει ιδέες και έννοιες που άλλοτε έχουν συμβολική αξία, άλλοτε ηρωοποιούν ή αποδομούν τον εικονιζόμενο, πάντα όμως μέσα από το πρίσμα της προσωπικής προσέγγισης από τον καλλιτέχνη, που επηρεάζεται καθοριστικά από την ψυχολογία και την κοσμοθεωρία του. Πανάρχαιες δοξασίες συνέδεσαν την απεικόνιση του προσώπου με λατρευτικές τελετουργίες της θεότητας πρώτα, του ηγεμόνα αργότερα, με την πεποίθηση ότι η εικόνα εξασφαλίζει την αθανασία, την αιωνιότητα.

Η αστική τάξη

«Μέσα από την προσωπογραφία, ως αισθητική διατύπωση και συγχρόνως ως κοινωνική και ιστορική μαρτυρία κάθε εποχής παρακολουθούμε την εξέλιξη της απεικόνισης της ανθρώπινης μορφής», λέει η επιμελήτρια. «Το έργο εκφράζει κυρίως την αστική τάξη που απεικονίζεται, αλλά δηλώνει επίσης την προσωπική προσέγγιση από τον καλλιτέχνη που αναγνωρίζει τη φυσική ιδιαιτερότητα του απεικονιζομένου, παράλληλα με εκείνη που ο ίδιος θέλει να προβάλει. Μια “Κοινωνία Προσώπων” που ορίζει την ταυτότητα του προσώπου, καλεί τον καλλιτέχνη να διερευνήσει το μυστήριο της παρουσίας του, και  τον θεατή να συμμετάσχει και να κατανοήσει αυτό το μυστήριο».

Ο μουσειογραφικός σχεδιασμός έγινε από την ομότ. καθηγήτρια αρχιτεκτονικής  Σόνια Χαραλαμπίδου και την Ειρήνη Χαραλαμπίδου, αρχιτέκτονα.