ΘΕΑΤΡΟ

Οψεις ηρώων και ενός αντιήρωα

Ο Δημήτρης Τάρλοου ανεβάζει τον «Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου» του Μ. Καραγάτση, σε διασκευή Θανάση Τριαρίδη

opseis-iroon-kai-enos-antiiroa-561615814

Εγγονός του Μ. Καραγάτση, ο Δημήτρης Τάρλοου έχει καταπιαστεί κι άλλες φορές με έργα του παππού του. Τόλμησε τη θεατρική μεταφορά της «Μεγάλης Χίμαιρας», του «Γιούγκερμαν», σκηνοθέτησε το «Ευχαριστημένο», την ολοκάθαρη ματιά της μητέρας του Μαρίνας Καραγάτση για τις αδυναμίες του πατέρα της, και στην αρχή του χρόνου τον «Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου». Η παράσταση παρουσιάστηκε αρχικά σε live streaming από το Εθνικό Θέατρο. Ενα αφήγημα για τον αγώνα του ’21, με λιγότερο εθνικοπατριωτική οπτική. Το ανέβασμα της τριλογίας απαιτούσε καλή διασκευή. Την πρότεινε στον συγγραφέα Θανάση Τριαρίδη, εκείνος αρχικά αρνήθηκε, άλλωστε γράφει τα δικά του έργα, αλλά εντέλει ενέδωσε. Αλλωστε, ο Καραγάτσης σημαίνει πολλά γι’ αυτόν. «Το έκανα ως ένα μεταφυσικό ξεχρέωμα στον συγγραφέα που γέμισε τη ζωή μου με ανθρώπους που πάσχιζαν, κατέρρεαν, αγαπούσαν, πέθαιναν», λέει ο ίδιος στην «Κ».

Στις 8 Δεκεμβρίου, «Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου» ανεβαίνει με θεατές πια, στο θέατρο Πορεία, καθώς ο σκηνοθέτης Δημήτρης Τάρλοου πήρε από το Εθνικό Θέατρο τα δικαιώματα. Η τριλογία που αποτελείται από τα μυθιστορήματα «Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου», «Αίμα χαμένο και κερδισμένο» και «Τα στερνά του Μίχαλου», ήθελε επεξεργασία. Οπως λέει ο σκηνοθέτης και ηθοποιός, «Ο Καραγάτσης ήθελε να γράψει ένα μεγάλο αφήγημα για τον “Κόσμο που πεθαίνει”, ξεκίνησε πολύ καλά με τον “Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου”, αλλά στα δύο επόμενα έχασε την ορμή του και το αποτέλεσμα είχε προβλήματα στην πλοκή και στην αφήγηση. Χρειαζόταν καλό ψαλίδισμα, να επιλεγούν πρόσωπα και γεγονότα για να αφηγηθούμε την  ιστορία ιδωμένη πάλι από τα μάτια του πρωταγωνιστή, του Μίχαλου Ρούση. Ο Ρούσης ήταν πραγματικός πρόγονος του Μ. Καραγάτση –ήταν ο προπάππος του Μήτρος Ροδόπουλος–, ο οποίος έκανε κάτι πολύ ντροπιαστικό: τούρκεψε».

Οταν ξέσπασε η Επανάσταση, οι Τούρκοι τον συνέλαβαν μαζί με άλλους προκρίτους και κοτζαμπάσηδες, οδηγώντας τον στις φυλακές Τριπόλεως, κι αυτός μπρος στον φόβο του και την απειλή του θανάτου, αλλαξοπίστησε. «Η ιστορία ηρωοποίησης, ότι πολέμησε στο Μανιάκι και στα Δερβενάκια, δεν νομίζω ότι είναι αλήθεια. Η αληθινή ιστορία είναι ότι πράγματι παντρεύτηκε μια μικρή κοπέλα, την πήρε, πήγε στην Ιταλία, έπειτα επέστρεψε στη χώρα και ούτε γάτα  ούτε ζημιά. Ο Καραγάτσης παίρνει ως αφορμή αυτόν τον δειλό άνθρωπο, θέλοντας να μιλήσει για ζητήματα βιοκληρονομικότητας. Τον ενδιαφέρει το ζήτημα του φόβου και το πώς μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Αλλωστε και ο ίδιος παραδεχόταν “εγώ υπήρξα γενναίος των τεχνών, μαχών ουδέποτε”. Βάζει μάλιστα τον πρωταγωνιστή να πολεμάει στα Δερβενάκια και να γίνεται ήρωας κατά λάθος».

Και τους ήρωες της Επανάστασης τους παρουσιάζει διαφορετικά. Αλλωστε κι αυτοί είχαν αδυναμίες. «Ο Παπαφλέσσας ήταν ένας πολύ sui generis τύπος. Ολα αυτά χρησιμοποιούνται για να περιγράψουμε την προσπάθεια των ανθρώπων για ελευθερία, αλλά μέσα σε ένα δύσκολο και αντιφατικό περιβάλλον. Αλλωστε, όταν ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα το 1944, ο Καραγάτσης ήταν επηρεασμένος από τον Εμφύλιο, και θέτει το ζήτημα ως μία από τις βασικές παθογένειες που δεν αφήνει τη φυλή να εξελιχθεί», λέει ο Δ. Τάρλοου.   

Το έργο ξεκινάει με ένα φλασμπάκ του Οθωνα και της Αμαλίας στη Βαυαρία όπου βρίσκονται, όταν μαθαίνουν τον θάνατο του Μίχαλου Ρούση. Στη σκηνοθεσία του, ο Δ. Τάρλοου προσπάθησε να συλλάβει τους χαρακτήρες πραγματικών γεγονότων ως ονειρικά όντα. Στο τέλος της παράστασης, ο καιροσκόπος  Μίχαλος γίνεται συμπαθής. «Γι’ αυτό κατηγορήθηκε ο Καραγάτσης ότι παρουσιάζει έναν ελεεινό τύπο, έναν κοτζάμπαση, προδότη, με συμπαθητικό τρόπο, για να τον αθωώσει. Ο Μίχαλος Ρούσης έχει ένα βαθύ υπαρξιακό επίπεδο που τον φέρνει αντιμέτωπο με τις αντινομίες του και το στοιχείο του φόβου. Δεν κρύβει τα προβλήματά του. Αυτό και μόνο τον καθιστά θεατρικά ζουμερό. Από κει και πέρα με ενδιέφερε και το θέμα της βιολογικής κληρονομικότητας. Ο Καραγάτσης υποστηρίζει ότι κάποιοι άνθρωποι κληρονομούν το στοιχείο του φόβου. Αυτό μπορούμε να το συνδέσουμε και με τον εκφυλισμό των Κοτζαμπάσηδων σαν τάξη».

Ο Παπαφλέσσας

«Ο Μίχαλος Ρούσης ήταν πραγματικός πρόγονος του Μ. Καραγάτση –ήταν ο προπάππος του Μήτρος Ροδόπουλος–, ο οποίος έκανε κάτι πολύ ντροπιαστικό: τούρκεψε».

Σε πολλά σημεία προβάλλονται οι παθογένειες και τα προτερήματα των Ελλήνων. «Ο Παπαφλέσσας είναι παπάς, κλέφτης, νάρκισσος, πολιτικός, συγκινητικός, είναι τα πάντα. Σε πολλά θυμίζει τον λαοπλάνο Ανδρέα Παπανδρέου που υπόσχεται. Λέει χαρακτηριστικά: “Οποιος έρθει μαζί μου και πολεμήσει, θα πάρει από το κράτος, όταν δημιουργηθεί, 200 στρέμματα”».

Ποιες είναι οι δυσκολίες μιας τέτοιας διασκευής, στην ουσία ενός νέου έργου; ρωτάμε τον Θανάση Τριαρίδη, ο οποίος έχει εκδώσει 24 θεατρικά έργα, εκτός από βιβλία με αφηγήσεις και δοκίμια. «Οι δυσκολίες ξεκινούν νωρίτερα», απαντά. «Τις είχε αντιμετωπίσει ο ίδιος ο Καραγάτσης. Ξεκίνησε ενθουσιασμένος από τον κεντρικό του αντιήρωα, τον Μίχαλο Ρούση, ο οποίος είναι μια άλλη εκδοχή του Γιούγκερμαν, αλλά το μυθιστόρημα δεν του βγήκε. Κάποια στιγμή το βαρέθηκε. Ηταν θυμωμένος με τον εαυτό του. Για μένα ο Καραγάτσης είναι ο μεγαλύτερος Ελληνας μυθιστορηματογράφος, γιατί φτιάχνει ανεπανάληπτους ήρωες. Αλλά αυτό εδώ ήταν ένα αποτυχημένο μυθιστόρημα». Ενα δεύτερο πρόβλημα είναι ότι ο Καραγάτσης βάζει πολλούς στόχους στο μυθιστόρημα αυτό. «Οπως να αναθεωρήσει την Ιστορία. Δεν ήταν ποτέ αριστερός, αλλά εδώ είχαμε έναν Καραγάτση αναθεωρητή, που θέλει να μας πει ότι δεν υπήρξε Αγία Λαύρα, ότι οι ήρωες που καρφιτσώσαμε στο σχολειό μας δεν είναι τόσο ήρωες. Οτι ο Μακρυγιάννης ήταν ένας λαϊκιστής αγύρτης, ο Παπαφλέσσας ένας τυχοδιώκτης. Τον ερεθίζουν αυτοί οι ήρωες. Θέλει να γράψει για έναν αντιήρωα, τον Μίχαλο Ρούση, επίσης μια ιστορία για τις γυναίκες που σφάζονται και αιμορραγούν μπροστά στο δράμα τού να αγαπήσουν τον λάθος άντρα, θέλει όμως να μπει και στο μάτι της εθνικής αφήγησης, αποκαθηλώνοντας πρόσωπα».

Ο άξονας ισορροπίας

Ο Θ. Τριαρίδης αντιμετώπισε όλες τις αδυναμίες, βρίσκοντας έναν άξονα ισορροπίας του έργου. Ηταν το κλειδί. «Πήρα από το διήγημα του Καραγάτση “Ο τρελός με τα κουδούνια” σαν μια αισχύλεια ερινύα που τον ακολουθεί από την αρχή, και τη λέξη “Χακ” που σημαίνει δικαιοσύνη στα τουρκικά. Αυτή τη λέξη ψιθυρίζει στον Μίχαλο ο ήρωας του άλλου διηγήματος («Ο τρελός με τα κουδούνια») τις κρίσιμες ώρες, στις μάχες, στις απογοητεύσεις, στον θάνατο. Επιπλέον, ο Μίχαλος ήταν έκφυλος στη σεξουαλικότητά του και μια υπηρέτρια που ικανοποιούσε τα ένστικτά του τον σκοτώνει στο τέλος με έντονη βία. Ο Καραγάτσης την παρουσιάζει υπηρέτρια, εγώ την έκανα νόθα κόρη του Μίχαλου, για να υπάρχει ένα σχήμα εγκλήματος και τιμωρίας. Υστερα, όλο το άλλο κούμπωσε».

Χαρακτηρίζει τον Μίχαλο ως «ένα έκτυπο της ανθρώπινης κατάστασης. Είναι και κομμάτι της ζωής που με την ανάγκη διαμορφώνει της επιλογές του (φόβος, φιλοδοξία, ηδονή), αλλά και ένα κομμάτι του καραγατσικού σύμπαντος, στο οποίο υπάρχει ένα βιωματικό πεπρωμένο που καθορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Σ’ αυτόν τον ήρωα ο συγγραφέας βάζει πολλά αρνητικά: δειλός, εαυτούλης, χρησιμοποιεί τους ανθρώπους, τα θέλει όλα δικά του σε όλα τα επίπεδα και, την ίδια ώρα, είναι και τραγικός γιατί πληρώνει τα κρίματά του. Δεν είναι κακός, δεν έχει μίσος, είναι βιταλιστής, πρέπει να ζήσει. Είναι ίδιος με τον Γιούγκερμαν, απλώς εκείνος, κάποια στιγμή μετανοεί στο τέλος. Εμείς, στην παράσταση βάλαμε τον Μίχαλο να μετανοεί, όταν χάνει τη Βαγγελιώ, όταν καταλαβαίνει ότι στη ζωή πληρώνεις τα κρίματά σου».

Η Ελληνική Επανάσταση δεν εγχαράχθηκε σημαντικά στη λογοτεχνία, υποστηρίζει ο Θ. Τριαρίδης. «Δεν τόλμησε η νεότερη Ελλάδα να δώσει μεγάλα βιβλία. Αντίθετα, γράφτηκαν μεγάλα βιβλία για τον Εμφύλιο. Για την Επανάσταση του ’21 δεν έχουμε μεγάλα μυθιστορήματα. Είχαμε τους πρωταγωνιστές της πορτρέτα στα σχολειά μας και δεν τους είδαμε σαν ανθρώπους. Ο “Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου” είναι το μοναδικό βιβλίο όπου οι άνθρωποι είναι με αίμα, έχουν μικρότητες».

Ο κόσμος του Μ. Καραγάτση πρωτάνοιξε νέους κόσμους στον 13χρονο Θανάση Τριαρίδη, θυμάται σήμερα στα 51 του χρόνια. «Ημουν ένα παιδί που μεγάλωσε μέσα σε μια προστατευμένη αστική οικογένεια, χωρίς εμπειρίες. Μέσα από τα βιβλία του, ζούσα μεγάλα πράγματα της ζωής. Χάρη στην κόρη του, Μαρίνα Καραγάτση, και τον εγγονό του Δημήτρη Τάρλοου, μου δόθηκε η ευκαιρία κάτι να του αντιγυρίσω, να κάνω ένα αόρατο άγγιγμα με τον Καραγάτση που μου γέμισε τη ζωή».