ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Το βάρος του καπνού

Θέλω να ξοφλήσω ένα παλιό προσωπικό κινηματογραφικό χρέος: να γράψω δυο λόγια για την ταινία των Γουέιν Γουάνγκ και Πολ Oστερ «Ο καπνός» (Smoke, 1995)

to-varos-toy-kapnoy-561651589

Θέλω να ξοφλήσω σήμερα, μέρες που είναι, ένα παλιό προσωπικό κινηματογραφικό χρέος, που χρόνια και χρόνια λέω να το κάνω κι όλο το αναβάλλω: να γράψω δυο λόγια για την ταινία των Γουέιν Γουάνγκ και Πολ Oστερ «Ο καπνός» (Smoke, 1995). Την έχω δει αμέτρητες φορές, με την ίδια πάντα αμείωτη χαρά και συγκίνηση, για αισθητικούς και εξωαισθητικούς λόγους. Eγινα από την πρώτη στιγμή λάτρης της. Για ένα διάστημα αγόραζα, μία φορά τον χρόνο, εγώ που δεν είμαι καπνιστής, λεπτά πούρα Schimmelpennick, αυτά που καπνίζει ο συγγραφέας της ταινίας, και κρατούσα το μεταλλικό κουτί για τα στυλό και τα μολύβια μου.

Το ψέμα του Oγκι ήταν μια μεγάλη πράξη καλοσύνης, και ας λένε ό,τι θέλουν οι καντιανοί.

Ο Oστερ δημοσίευσε στους New York Times, τα Χριστούγεννα του 1990, το διήγημα «Auggie Wren’s Christmas Story». Ο σκηνοθέτης Γουέιν Γουάνγκ του ζήτησε να το γυρίσει ταινία, και από εκεί ξεκίνησε η συνεργασία τους που οδήγησε στον «Καπνό» και σχεδόν ταυτόχρονα στη συνέχειά του, το «Brooklyn Boogie». Η ταινία είναι σπονδυλωτή, σε πέντε μέρη, και κάθε μέρος έχει για τίτλο το όνομα ενός από τους ήρωές της. Διαλυμένες οικογενειακές σχέσεις, γιοι που αναζητούν τον πατέρα (όπως ο Τόμας, που τα ψέματά του είναι προπέτασμα καπνού για να κρύψει την οδυνηρή αλήθεια, ή ο ήρωας του έργου που γράφει ο Πολ, εκείνος ο σκιέρ που βλέπει μέσα στα χιόνια, άθικτο, το πρόσωπο του πεθαμένου από χρόνια πατέρα του), τοξικομανείς, κλέφτες, μοναξιασμένοι άνθρωποι, βασανισμένες ψυχές. Ο πατέρας του Τόμας (τον ερμηνεύει ο μεγαλύτερος μαύρος ηθοποιός της Αμερικής σήμερα, ο Φόρεστ Γουίτακερ) κατατρώγεται από την ενοχή για τον θάνατο της πρώτης γυναίκας του και μητέρας του Τόμας, ενώ ο Πολ έχει χάσει την έγκυο γυναίκα του σε ένοπλη ληστεία σε μια τράπεζα της γειτονιάς. Oλοι γυρεύουν λίγα ψίχουλα αγάπης. Ο τίτλος της τελευταίας ενότητας είναι «Oγκι», το όνομα του κύριου ήρωα της ταινίας, του καπνοπώλη Auggie Wren (τον υποδύεται ο Χάρβεϊ Καϊτέλ σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του). Θεωρώ πως όλες οι προηγούμενες ενότητες προλογίζουν και προετοιμάζουν αυτή την τελευταία. Ο συγγραφέας Πολ Μπέντζαμιν, καλοντυμένος τούτη τη φορά, μπαίνει στο μαγαζί του Oγκι και αγοράζει ένα πακέτο πουράκια Σιμελπένικ, αντί δύο που αγόραζε συνήθως. Υπάρχει κάποια γυναίκα πια στη ζωή του που νοιάζεται για την υγεία του. Ενόσω βγαίνει σιγά σιγά και από την προσωπική δημιουργική κρίση του, δέχεται πρόταση από τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» να γράψει ένα διήγημα για το φύλλο των Χριστουγέννων. Δεν του έρχεται καμιά ιστορία στον νου. Ο Oγκι όμως έχει πολλές, αληθινές μάλιστα, όπως ισχυρίζεται. Θα του διηγηθεί μία από αυτές, μια θαυμάσια επινοημένη αληθινή ιστορία. Μπαίνει μια μέρα στο καπνοπωλείο του ένας μαύρος πιτσιρικάς και κλέβει ένα περιοδικό πορνό, ο Oγκι τον κυνηγάει, και καθώς ο μικρός τρέχει του πέφτει το πορτοφόλι. Ο Oγκι το παίρνει και βρίσκει μέσα τα στοιχεία του, αλλά δεν θα τον καταγγείλει στην αστυνομία, γιατί βλέποντας τις φωτογραφίες που είχε στο πορτοφόλι τον συμπονάει. Υστερα από καιρό, ανήμερα Χριστούγεννα, ο Oγκι, μόνος, μη έχοντας τι άλλο να κάνει, αποφασίζει να πάει να επιστρέψει το πορτοφόλι. Από το σημείο αυτό και μετά εξελίσσεται μια εκπληκτική ιστορία. Χτυπάει το κουδούνι και του ανοίγει η υπέργηρη γιαγιά του μικρού κλέφτη, τυφλή, και του λέει πως ήταν βέβαιη ότι θα ερχόταν σήμερα να περάσουν μαζί τα Χριστούγεννα. Του αποδίδει τον ρόλο του εγγονού της και ο Oγκι αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη, τον αναλαμβάνει. Η γιαγιά ξέρει την αλήθεια, αλλά η τυφλότητα της εξασφαλίζει το πρόσχημα να προσποιείται ότι δεν κατάλαβε, και παίζουν και οι δυο τους την παράσταση, με πλήρη προσχώρηση στον ρόλο του ο καθένας. Η γιαγιά δεν έχει τίποτε σπίτι της, εκτός από κρασί, και ο Oγκι θα αγοράσει ψητό κοτόπουλο και άλλα εδέσματα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Η γιαγιά είναι ευτυχισμένη! Ο Oγκι θα βρει στην τουαλέτα μια στοίβα φωτογραφικές μηχανές, μέσα στα κουτιά τους, προφανώς κλεμμένες. Θα πάρει μία και θα φύγει, χωρίς να αποχαιρετήσει, γιατί η γιαγιά κοιμάται εν τω μεταξύ στον καναπέ. Επειτα από τρεις τέσσερις μήνες θα ξαναπεράσει για να επιστρέψει τη μηχανή, μα δεν θα βρει τη γιαγιά. Αυτά ήταν μάλλον τα τελευταία Χριστούγεννα της ζωής της, και τα πέρασε μέσα στη χαρά! Το ψέμα του Oγκι ήταν μια μεγάλη πράξη καλοσύνης, και ας λένε ό,τι θέλουν οι καντιανοί. Μετά το τέλος της διήγησης του Oγκι, βλέπουμε στην οθόνη την ίδια ιστορία, ασπρόμαυρη, βουβή, υπό τους ήχους του θαυμάσιου τραγουδιού του Tom Waits «Innocent when you dream». Η κορυφαία στιγμή της ταινίας! Η λατινική λέξη innocens σημαίνει αυτόν που δεν κάνει κακό σε άλλον (in-noceo), αθώος δεν είναι ο αφελής αλλά ο άκακος. Ο Ογκι μπαίνει στο ψέμα, επειδή δεν μπορεί να κάνει κακό, επειδή είναι innocens, με την κυριολεκτική σημασία.

Ο Ογκι δεν έχει τραβήξει ποτέ φωτογραφία στη ζωή του, τώρα όμως που βρέθηκε με μια φωτογραφική μηχανή στα χέρια θα γίνει ένας ιδιότυπος φωτογράφος: φωτογραφίζει κάθε μέρα, έξω από το μαγαζί του, από το ίδιο σημείο, την ίδια ώρα, για πέντε λεπτά. Είναι η καθημερινή προσευχή του. Ολα φαίνονται ίδια σε αυτές τις φωτογραφίες, αν τις κοιτάξεις όμως προσεχτικά και χωρίς βιασύνη, σου αποκαλύπτουν πράγματα που δεν φανταζόσουν (όπως εκείνη που έκανε τον συγγραφέα να βάλει τα κλάματα). Οπως οι φωτογραφίες του Ογκι, το ίδιο και κανείς από τους ήρωες της ταινίας δεν είναι αυτό που φαίνεται με ένα βιαστικό και επιπόλαιο κοίταγμα – όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή.