Ο Δον Κιχώτης και η «εθνική» του μπαλέτου

Ο Δον Κιχώτης και η «εθνική» του μπαλέτου

Πολλά χρόνια είχαμε να δούμε στην Αθήνα από το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μια κλασική παραγωγή σαν τον «Δον Κιχώτη» του Μίνκους, που έκανε πρεμιέρα το περασμένο Σάββατο

2' 50" χρόνος ανάγνωσης

Πολλά χρόνια είχαμε να δούμε στην Αθήνα από το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μια κλασική παραγωγή σαν τον «Δον Κιχώτη» του Μίνκους, που έκανε πρεμιέρα το περασμένο Σάββατο. Ηταν Δεκέμβριος του 2016 όταν η «Ζιζέλ», ένα από τα διασημότερα μπαλέτα του ρομαντισμού, παρουσιάστηκε στο θέατρο Ολύμπια, και αυτό συνέβη λίγο πριν γίνει η μετεγκατάσταση της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ.

Εκτοτε, στην αίθουσα Σταύρος Νιάρχος είδαμε το 2019 τη «Λίμνη των κύκνων» του Τσαϊκόφσκι και πέρυσι τον «Καρυοθραύστη», επίσης του Τσαϊκόφσκι, σε χορογραφίες που υπέγραφε ο Κωνσταντίνος Ρήγος. Αν και πρόκειται για έργα του κλασικού ρεπερτορίου, ο διευθυντής του Μπαλέτου της ΕΛΣ πρότεινε μια δική του ανάγνωση που ανέμειξε στοιχεία από τον κλασικό, τον νεοκλασικό και από τον σύγχρονο χορό, προσαρμοζόμενος στα σώματα και στην τεχνική των χορευτών του Μπαλέτου της ΕΛΣ, όπως άλλωστε και ο ίδιος έχει αναφέρει.

Ομως τα φετινά Χριστούγεννα στη Λυρική –παραδοσιακά κοντά στις γιορτές ανεβαίνουν τέτοιου είδους παραστάσεις– διαθέτουν ένα θέαμα εξαιρετικό. Ο «Δον Κιχώτης», μετά μια σειρά ματαιώσεων που ξεκίνησαν το 2020 και συνεχίστηκαν στα χρόνια της πανδημίας, αποδεικνύει ότι το κλασικό μπαλέτο παραμένει γοητευτικό, ακόμη κι όταν ακολουθεί μια χορογραφία που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1869. Μία παράμετρο της επιτυχίας αποτελούν σίγουρα τα ευφάνταστα σκηνικά, οι άρτιοι φωτισμοί και τα καλοσχεδιασμένα κοστούμια από τη Μαίρη Κατράντζου. Το σημαντικότερο συστατικό της ωστόσο είναι ο χορός αυτός καθαυτόν.

Το ζήτημα των τεχνικών ικανοτήτων του Μπαλέτου της ΕΛΣ και της ικανότητάς του να ανταποκριθεί σε προκλήσεις του κλασικού χορού παραμένει.

Ο Βραζιλιάνος χορευτής και χορογράφος Τιάγκο Μπορντίν βασίστηκε στην αρχική χορογραφία του Μαριύς Πετιπά, μία από τις πιο δύσκολες του κλασικού ρεπερτορίου. Ο ίδιος ήρθε στην Αθήνα με πολλές ιδέες και τη διάθεση να δώσει μια μικρή σύγχρονη πνοή στο έργο χωρίς ωστόσο να παρεκκλίνει από τις υψηλές τεχνικές απαιτήσεις του Πετιπά. Για να ευοδωθεί η προσπάθεια, συνεργάστηκε με δύο χορευτές που ο ίδιος γνώριζε από το ξεκίνημά τους. Η Γεωργιανή Μάια Μακατέλι στον ρόλο της Κίτρι και κυρίως ο Ρώσος Ντανιίλ Σίμσκιν ως Μπαζίλιο είναι αστέρες της διεθνούς κλασικής σκηνής του μπαλέτου. Βρίσκονται και οι δύο στην ακμή τους, κι έτσι, περίπου στα 30 τους χρόνια, διαθέτουν την εμπειρία και τη φυσική κατάσταση ώστε να ανταποκριθούν στην αληθινή δοκιμασία αυτής της χορογραφίας διατηρώντας την κομψότητα και την αψεγάδιαστη τεχνική τους.

Είναι βέβαιο πως η συνύπαρξη επί σκηνής των guest χορευτών με τους χορευτές του Μπαλέτου της ΕΛΣ –οι κοινές πρόβες, ο συναγωνισμός– λειτούργησε θετικά για τους τελευταίους και εντέλει το σύνολο λειτούργησε πολύ καλά και είδαμε ενδιαφέρουσες ερμηνείες στους δεύτερους ρόλους.

Ωστόσο, το ζήτημα των τεχνικών ικανοτήτων του Μπαλέτου της ΕΛΣ και της ικανότητάς του να ανταποκριθεί σε προκλήσεις του κλασικού χορού παραμένει και διαιωνίζεται. Τη στιγμή που το ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης των χορευτών του Μπαλέτου της Οπερας του Παρισιού διατηρείται στα 42 έτη, ενώ στην Ιταλία προσφάτως τα ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης κατέβηκαν στα 46 από τα 55 χρόνια, στην Ελλάδα, με νόμο του 2015 (ν. 4336/2015, κύριες και μεταβατικές διατάξεις), τα όρια ηλικίας των χορευτών, ανεξαρτήτως ημερομηνίας ασφάλισης, έχουν αυξηθεί δραματικά. Συγκεκριμένα, οι χορευτές που ασφαλίστηκαν πριν από την 1-1-1993, έχουν όριο ηλικίας συνταξιοδότησης τα 55 έως 67 έτη, ενώ όσοι ασφαλίστηκαν αργότερα θα πρέπει υποχρεωτικά να μείνουν στο μπαλέτο έως τα 67 τους.

Η απόφαση για εξαίρεση από τον συγκεκριμένο νόμο μιας ομάδας περίπου 60 ατόμων, που αποτελούν το εθνικό μας μπαλέτο, βαρύνει το υπουργείο Εργασίας. Ωστόσο, οι έως τώρα προσπάθειες δεν έχουν καρποφορήσει, καταδικάζοντας το Μπαλέτο σε σταδιακή γήρανση.