ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

«Η ζωγραφική είναι μια ομιλία»

gkkt_01_1602_page_1_image_0001

«Ποιος δεν έχει ανάγκη να μοιραστεί τον καημό του και τη χαρά του με τους άλλους και ποιος δεν έχει ανάγκη η χαρά του να γίνει αιώνια; Ολοι οι άνθρωποι χρειαζόμαστε τις εικόνες για να δούμε τη ζωή μας με διαφορετικό τρόπο, εκτός ίσως από τους αναχωρητές, τους φυσιολάτρες και τους εικονοκλάστες φιλοσόφους. Ολοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη την ομιλία γιατί έτσι γινόμαστε άνθρωποι. Και η ζωγραφική είναι μια ομιλία». Ο Εδουάρδος Σακαγιάν γράφει όπως μιλάει, και ίσως όπως ζωγραφίζει. Γι’ αυτή τη συνέντευξη, που έγινε με αφορμή τη νέα του έκθεση στην γκαλερί Καλφαγιάν της Αθήνας, κουβεντιάσαμε αρκετά από το τηλέφωνο αλλά περισσότερο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Από τον ίδιο κρατώ την αίσθηση ενός πηγαίου, αυθόρμητου, ενθουσιώδους ανθρώπου που ο λόγος του αναπτύσσεται και συστρέφεται συνειρμικά. Από τη ζωγραφική και τα έργα του, τη χαρά της συνάντησης με τα πολλά πρόσωπα του εαυτού μου έτσι όπως ζει μόνος ή συνυπάρχει με άλλους, και με/μας παρατηρεί διαρκώς. «Εμείς», όπως είναι ο τίτλος της έκθεσης στην οποία παρουσιάζει πρόσφατα έργα, ζούμε κάπου μεταξύ αλήθειας και ονείρου, ευχαρίστησης και θλίψης. Είμαστε κάτοικοι μιας πόλης που μας περιέχει και τη φέρουμε, χωρίς να έχει σημασία πού πραγματικά βρίσκεται.

– Στο βιογραφικό σας, τρεις πόλεις πρωταγωνιστούν: η Θεσσαλονίκη όπου γεννηθήκατε και μεγαλώσατε, η Αθήνα των σπουδών σας και του μοιρασμένου παρόντος και το Παρίσι των εκθέσεων και της άλλης μισής σας ζωής. Τι προσφέρει στο έργο σας η καθεμία από αυτές;
– Τώρα πλέον η Θεσσαλονίκη υπάρχει μόνο στη φαντασία μου, εφόσον ζω ανάμεσα στην Αθήνα και στο Παρίσι. Πλην όμως συνεχίζω να αναφέρομαι και να ζωγραφίζω αισθήματα που έχω από εκείνη, με το πλεονέκτημα το οποίο καλλιέργησα: να μη ζωγραφίζω μόνον ό,τι βρίσκεται μπροστά στα μάτια μου εκ του φυσικού, αλλά από τη φαντασία μου. Ετσι είναι όλα μια χαρά κι έχω μέσα από τη ζωγραφική τη δυνατότητα να βρίσκομαι όπου θέλω, ενώ είμαι απλώς στο εργαστήριό μου.

– Πότε σκεφτήκατε για πρώτη φορά ότι θέλετε να ζωγραφίσετε πορτρέτα;
– Θυμάμαι που ζωγράφιζα τριών ή πέντε χρόνων στο πάτωμα με ακουαρέλες. Μουτζούρωνα με χρώματα, και έχω την ανάμνηση από αυτές τις ζωγραφιές που ήταν ένας πλούσιος και πυκνός αφηρημένος στρόβιλος. Αργότερα, γύρω στα οκτώ, ανακάλυψα το σχέδιο, κάνοντας έτσι πορτρέτα των γονιών μου, ήρωες του 1821 και θρησκευτικά θέματα, όλα με χρωματιστά μολύβια. Στα δώδεκα – δεκατρία αγόρασα τα πρώτα σωληνάρια χρωμάτων λαδιού από το διπλανό μαγαζί του πατέρα μου στη Θεσσαλονίκη, στην οδό Βασιλέως Ηρακλείου 14, που πουλούσε μπαχαρικά. Είχε όμως και κηροπαστέλ και λαδοπαστέλ και πινέλα και χρώματα σε σωληνάρια διαλυόμενα με λάδι. Ξεκίνησα να τα χρησιμοποιώ με λάδι μαγειρικό επάνω σε χαρτί κάνοντας καφέ-πράσινα τοπία και τον Χριστό να ανασταίνεται. Δεν στέγνωναν ποτέ.

– Τι ήταν για εσάς η ζωγραφική;
– Οπως φαίνεται, από τη νεαρή μου ηλικία υπήρξε τρόπος διασκέδασης, παρότι αργότερα έγινε πολλές φορές κουραστική από τις αμφιβολίες, την αμηχανία της κριτικής και τη λογική. Εξαιτίας τους χάνω καμιά φορά τη χαρά του ζωγραφίσματος, και ευτυχώς που υπήρξαν αυτές οι πρώτες εμπειρίες μου ως αναφορά στο ένστικτό μου, δηλαδή στην πρωτογενή λειτουργία της ζωγραφικής μου. Μετά τα δεκαπέντε μου ζωγράφιζα βέβαια ανελλιπώς τα πορτρέτα των γονιών μου και το δικό μου. Η ζωγραφική υπήρξε κυρίως μια αναζωογονητική  καταγραφή της ζωής μου απελευθερώνοντάς με από τους κινδύνους των πειραματισμών μου και της μαθητείας. Λέω αυτά για να δείξω πόση σημασία έχει η ίδια η ζωγραφική διαδικασία ως ψυχική ανάγκη, επιθυμία και πρακτική. Αλλά και ως οπτικό και υλικό γεγονός. Μια πραγματικότητα αυτόνομη, όσο και η ετερόνομη ψευδαίσθηση της εικόνας που παράγει μια προσωπογραφία.

– Οι περισσότεροι από τους θεατές που περιλαμβάνονται στα έργα του «Εμείς» κοιτούν εμάς τους θεατές της έκθεσης σαν κάτι να περιμένουν. Είναι συνομιλητές μας ή ο καθρέφτης μας;
– Σε αυτή την έκθεση οι θεατές είναι είδωλά μας, εφόσον η ζωγραφική που κάνω είναι ένας καθρέφτης. Αλλά ακόμη μπορεί να πει κανείς ότι οι ζωγραφιές μου δεν φτιάχνουν μόνο ένα παράθυρο ανοιχτό προς εμάς, αλλά και μια σκηνή θεάτρου στην οποία ως είδωλα πρωταγωνιστούμε όλοι μαζί βλέποντας, ακούγοντας και συνομιλώντας διαδραστικά με εμάς, τους πραγματικούς θεατές. Η ζωγραφική έχει το πλεονέκτημα να μας δείχνει μια στατική εικόνα της κίνησης των προσώπων, η οποία συχνά είναι απειροελάχιστη όπως η μετακίνηση ενός βλέμματος ή η στρέψη του κεφαλιού. Η χωρίς κίνηση εικόνα της ζωγραφικής ενθαρρύνει το βλέμμα μας να γίνει ενεργητικό, και να πάρει πρωτοβουλία για να αρχίσει να μετακινείται παρακολουθώντας όλο μαζί το έργο αλλά και ένα-ένα τα πρόσωπα. Οι θεατές μου είναι τα είδωλά μας και μας ανταμείβουν επιστρέφοντάς μας την ανθρώπινη εικόνα μας.

– Κάποιοι λένε ότι ζωγραφική και δη η αναπαραστατική είναι μια τέχνη ξεπερασμένη.
– Η ζωγραφική είναι κόντρα στον μηδενισμό της ματαιότητας, μια ιερή ανθρώπινη λειτουργία. Και αυτή η ανάγκη είναι προϊστορική όσο και το ανθρώπινο ένστικτο. Υπάρχουν οι μόδες και οι νεωτερισμοί, όπως οι βιτρίνες από τα καταστήματα με τα ρούχα που αλλάζουν κάθε εποχή για να προτείνουν το νέο προς κατανάλωση. Πλην όμως, η ανάγκη του ανθρώπου για αξίες, σκοπό και διάρκεια της ζωής και της στιγμής είναι τόσο παλιά και ανθεκτική όσο τα ένστικτά μας. Αρα, πάντα θα έχουμε ανάγκη από εικόνες που μας εκφράζουν και διαρκούν.

– Αν δεν έπρεπε να ζήσετε από την τέχνη σας, θα εξακολουθούσατε να ζωγραφίζετε;
– Είναι χαρά μου να ζωγραφίζω και να ζω μέσα στη ζωγραφική. Μου φτάνει μερικές φορές που είμαι γαλήνιος και ήσυχος να βάλω ένα κόκκινο, ένα κίτρινο και ένα μπλε σχήμα σε μια επιφάνεια και να τα κοιτάζω. Μου αρκεί όταν δεν έχω άγχος, να βλέπω τα χρώματα και τα σχήματα στη ζωγραφική μου να εμφανίζονται από ανεξέλεγκτες κινήσεις μου. Να τα παρατηρώ να κινούνται, να στάζουν, να αναμειγνύονται και να δημιουργούν περίεργους συνδυασμούς, αχειροποίητους και όπως λέω θεϊκούς, που ονομάζουμε «τυχαίο». Αγαπώ την πράξη της ζωγραφικής όσο και τη ζωή.

«Παντού είμαι σπίτι μου»

– Τα τελευταία 35 χρόνια ζείτε και εκθέτετε στην Αθήνα και στο Παρίσι, όπου βρεθήκατε με υποτροφία μετά τις σπουδές σας στην ΑΣΚΤ. Πού αισθάνεστε περισσότερο στο σπίτι σας και πού ζωγραφίζετε;
– Παντού είμαι σπίτι μου και μπορώ να ζωγραφίσω ακόμα και στις γκαλερί ή στο αεροπλάνο. Προτιμώ, βέβαια, τα εργαστήριά μου. Η ζωγραφική έχει για σπίτι της το τελάρο, την επιφάνεια. Εκεί μέσα, ακόμη και σε ένα άσπρο χαρτί τετραδίου με ένα στυλό ή μολύβι, μπορώ να ζωγραφίσω. Βέβαια, υπάρχει το θέμα της διαταραγμένης συγκέντρωσης, που ξεκινάει από τον ρυθμό ζωής μας. Αλλά ιδανικές συνθήκες για τη ζωγραφική δεν υπάρχουν, διότι η ζωή είναι η προτεραιότητα και αυτή οδηγεί την τέχνη. Με τα χρόνια φροντίζω με λίγα να μπορέσω να πω πολλά. Και να εκφράσωεύστοχα ό,τι επιθυμώ, όπου και αν βρίσκομαι.

«Εμείς», Kalfayan Galleries έως 28/3.