ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Με τη ζωγραφική ξανασμίγουν 80 χρόνια μετά

10s1port1

Η τύχη –και μονάχα αυτή– θέλησε να διασωθεί κάτι από τη ζωή της Ρωσίδας ζωγράφου Λίντια Μπόρζεκ (1874-1941): μερικά έργα που εκτίθενται ώς τις 2/4 σε μια θαυμάσια έκθεση στο ΜΙΕΤ της Αγίου Κωνσταντίνου, σκόρπιες βιογραφικές πληροφορίες μαζί με μερικές μακρινές της φωτογραφίες. Δεν υπάρχει πια ούτε ο τάφος της στο ρωσικό νεκροταφείο του Πειραιά. Τα ίχνη δεν συνθέτουν μια ολόκληρη ιστορία.

Ομως, μέσα στην κατακερματισμένη αφήγηση διαγράφεται κάτι ολόκληρο: ο έρωτας και η διά βίου αφοσίωσή της στον Νίκο Δραγούμη (1874-1933), γιο του πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη και αδελφό του Ιωνα. Τον χαρισματικό ζωγράφο από την επιδραστική πολιτική οικογένεια, ο οποίος βασανίστηκε μεγάλο μέρος της ζωής του από ψυχική νόσο και πέθανε έγκλειστος.

Ολα τα χρόνια που εκείνος μεταφερόταν σε διάφορα ιδρύματα ανά την Ευρώπη από τους οικείους του, ώστε να κρατηθεί μακριά από τη δημοσιότητα το μυστικό της αρρώστιας του, η Μπόρζεκ άλλαζε πόλεις για να είναι κοντά του. Στη Νάπολη, στη Γενεύη και εντέλει στο Δρομοκαΐτειο. Παρά τις εκκλήσεις του καλλιτέχνη προς την οικογένειά του, δεν τους επετράπη ποτέ να παντρευτούν, και βέβαια δεν έκαναν παιδιά, όμως η Ρωσίδα δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Πέθανε μόνη της στην Αθήνα, κάποια έτη μετά τον αγαπημένο της. Και μπορεί το ζευγάρι να μη χάρηκε επαρκώς τη συμβίωση, όμως δύο αφιερώματα που έγιναν στο ΜΙΕΤ τούς επανενώνουν. Και μέσα από αυτό το σμίξιμο δεν μπορεί κανείς παρά να αισθανθεί μεγάλη συγκίνηση.

Πέρυσι την άνοιξη είδαμε στην Αγίου Κωνσταντίνου την έκθεση με τα έργα του Νίκου Δραγούμη, τον οποίον ο Πικιώνης χαρακτήριζε «Ελληνα Βαν Γκογκ», ένα ελεύθερο καλλιτεχνικό πνεύμα που εμποδίστηκε από τις συνθήκες της εποχής να ακολουθήσει αυτό που ήθελε. Και τώρα, μερικούς μήνες αργότερα, έρχονται τα δικά της έργα να συμπληρώσουν τα κενά.

Τι γνωρίζουμε για την Μπόρζεκ πέρα από αυτά που μαρτυρούν οι λιγοστοί σωζόμενοι πίνακες για το ταλέντο της; Πως γεννήθηκε κάπου στην αχανή Ρωσία το 1874 και σπούδασε στη Σχολή Διακοσμητικών Τεχνών της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Τεχνών στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί μπορούσαν να εγγραφούν μόνο κοπέλες από κατώτερες τάξεις, καθώς ήταν ντροπή για τους αριστοκράτες να σπουδάσουν Καλές Τέχνες.

Με μια υποτροφία πήγε στο Παρίσι. Δεν ήταν η έλευσή της στην Πόλη του Φωτός που της είχε ανοίξει το πνεύμα προς τις νέες εξελίξεις. Ηδη πρέπει να είχε συναναστραφεί στην πατρίδα της καλλιτέχνες που όδευαν στην πρωτοπορία. Στους Κήπους του Λουξεμβούργου, όπου πήγαινε για να ζωγραφίζει, γνωρίστηκε με τον Δραγούμη, και οι ζωές τους συνδέθηκαν για πάντα. Επηρεάστηκε βαθιά από το δικό του ύφος, κάτι που φαίνεται και στην έκθεση του ΜΙΕΤ, με δύο ξεχωριστές φάσεις στην πορεία της. Το ζεύγος πέρασε ένα ευτυχισμένο διάστημα στην Προβηγκία, αλλά ύστερα ήρθαν τα πρώτα συμπτώματα για τον Νίκο, του οποίου η υγεία κλονίστηκε. Κανείς δεν θα μάθει ποτέ πώς αισθάνθηκε όταν έβαλε τη δική της ύπαρξη σε δεύτερη μοίρα, για να του σταθεί μέχρι εκείνος να πεθάνει.

Για να βιοποριστεί, έκανε αντίγραφα έργων τέχνης, ενώ πρόλαβε το 1915 να κάνει και μια δικιά της έκθεση στον «Παρνασσό», όπου ως Ρωσίδα είχε την υποστήριξη της ελληνικής δυναστείας, μιας και η Ολγα ήταν Ρομανόφ. Η ανταπόκριση δεν ήταν μεγάλη.

Τη δεκαετία του ’20 έμεινε για κάποιο διάστημα σε σπίτι της οικογένειας Πολίτη στις Τζιτζιφιές. Οταν αυτό γκρεμίστηκε πριν από κάποια χρόνια, τα λίγα έργα της κατέληξαν από τσιγγάνους στο Μοναστηράκι. Συγκεντρώθηκαν ξανά από κάποιον συλλέκτη, που δεν γνώριζε ποια είναι η Μπόρζεκ.

Είπαμε πριν ότι η τύχη διέσωσε τα χνάρια της. Λάθος. Μάλλον δεν θα ξέραμε τίποτα γι’ αυτήν αν δεν την είχε ανακαλύψει ο Νίκος Παΐσιος. Ιατρός στο επάγγελμα, με ειδίκευση στη Λοιμωξιολογία και αξιόμαχο στέλεχος του νοσοκομείου «Γεννηματάς», που αφιερώνει όλον τον ελεύθερο χρόνο του στη μελέτη της τέχνης. Είναι ο σεμνός επιμελητής των εκθέσεων του Δραγούμη και της Μπόρζεκ.