ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Σαγκάλ, Μπονάρ, Βαν Γκογκ στα… Panama Papers

12s13port1

Αρθρα σε ξένες εφημερίδες, αλλά και αναρτήσεις σε ιστότοπους σχετικούς με την τέχνη πριν από λίγες ημέρες, επαναφέρουν στους προβολείς της δημοσιότητας ένα θέμα που έχει απασχολήσει πολλές φορές τον ελληνικό και διεθνή Τύπο: αυτήν τη φορά, η περίφημη συλλογή του εφοπλιστικού ζεύγους Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή συνδέεται με τα Panama Papers.

Πρόκειται για ένα ακόμη κεφάλαιο που έρχεται να προστεθεί σε μια saga, η οποία θα είχε μείνει μια αυστηρά οικογενειακή ιστορία εάν δεν αφορούσε το ευρύ κοινό μέσα από τη δημιουργία στην Αθήνα ενός μουσείου που θα στεγάσει τη συλλογή αυτή. Μάλιστα, η υπόθεση της ανέγερσης του μουσείου αλλά και του «περιεχομένου» του έχει απασχολήσει την κοινή γνώμη ήδη από τη δεκαετία του 1990, καθώς ατυχείς επιλογές και διαμάχες στέρησαν από την ελληνική πρωτεύουσα τη χαρά να έχει ένα τόσο λαμπερό απόκτημα που θα έκαναν το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο να ζηλέψουν.

Ας πιάσουμε την ιστορία από την αρχή. Ηδη από τη δεκαετία του 1960 το κοσμοπολίτικο ζεύγος είχε στην κατοχή του σπάνιους πίνακες με υπογραφές των Πικάσο, Τζακομέτι, Σαγκάλ, Καντίνσκι, Μπρακ, Πισάρο, Μπέικον, Ρενουάρ κ.ά. Το 1994 πέθανε ο Βασίλης και το 2000 η σύζυγός του Ελίζα, χωρίς να έχει γίνει πραγματικότητα στο μεταξύ το μεγάλο τους όνειρο: ένα μουσείο στην Αθήνα που θα στέγαζε τη συλλογή τους, ένεκα διαφόρων προβλημάτων στη χωροθέτηση του οικοδομήματος (υπενθυμίζουμε τη γνωστή ιστορία με τα οικόπεδα Ρηγίλλης και Ριζάρη). Τότε αρχίζει και το μυστήριο: πόσα έργα έχει η συλλογή, ποια είναι και πού βρίσκονται;

Σύμφωνα με τα πρόσφατα δημοσιεύματα, προκύπτει ο ισχυρισμός ότι κάποια από τα έγγραφα που διέρρευσαν αποκαλύπτουν τα μυστικά μονοπάτια της πώλησης ορισμένων από τα έργα της συλλογής, για την οποία ώς σήμερα δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των αποκτημάτων, αλλά ούτε και την ταυτότητα των έργων.

Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτά κληροδοτήθηκε στο Ιδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, μετά τον θάνατο της Ελίζας το 2000. Είναι επίσης γνωστό πως μία εκ των ανιψιών της, η Ασπασία Ζαΐμη, έχει κάνει δικαστικό αγώνα στην Ελβετία για να διεκδικήσει επίσης ένα μέρος τους, το οποίο κατά τη γνώμη της θα έπρεπε να έχει περιέλθει στην κατοχή της με βάση μια ερμηνεία της διαθήκης της Ελίζας. Η Ασπασία Ζαΐμη θεωρεί ότι κάποια από τα έργα της συλλογής έχουν χαθεί ή πουληθεί, ενώ το Ιδρυμα καταρρίπτει τους ισχυρισμούς της. Η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στα δικαστήρια, με τη Θέμιδα να έχει αποφασίσει ήδη υπέρ του Ιδρύματος για κάποια από τα σκέλη, σε μια δικαστική περιπέτεια που ωστόσο δεν έχει τελειώσει.

Το Ιδρυμα που μέχρι τώρα είχε ταυτιστεί με το Μουσείο της Ανδρου, ετοιμάζει επιτέλους το Μουσείο Γουλανδρή στο Παγκράτι, το οποίο θα ολοκληρωθεί το 2017. Στον πρώτο του όροφο θα εκτεθούν κάποια από τα αριστουργήματα της συλλογής.

Τι καινούργιο μάθαμε λοιπόν από τα έγγραφα του Παναμά; Συγκεκριμένα, η Tribune de Geneve και οι ιστοσελίδες Artnet.com και artmarketmonitor.com δημοσιεύουν πως, σύμφωνα με την έρευνα που πραγματοποίησε ο δημοσιογράφος Τζέικ Μπέρνσταϊν, η διάσημη συλλογή που περιελάμβανε περισσότερα από 80 έργα είχε πουληθεί στην παναμαϊκή Wildon Trading το 1985 αντί του πολύ μικρού ποσού των 31,7 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η πραγματική της αξία ήταν πολύ μεγαλύτερη. Παρά την πώληση, το ζεύγος συνέχισε να έχει στην κατοχή του τα έργα και μάλιστα ορισμένα πήγαν σε εκθέσεις μουσείων του εξωτερικού ή κρέμονταν στα σπίτια τους ανά τον κόσμο.

Τα ξένα δημοσιεύματα τονίζουν ότι τον Νοέμβριο του 2004 συστήθηκαν τέσσερις βραχύβιες εταιρείες από τη Mossack Fonseca με μοναδικό σκοπό ύπαρξης την πώληση τεσσάρων από τα έργα της συλλογής: έναν Μπονάρ, δύο Σαγκάλ κι έναν Βαν Γκογκ. Τα ξένα Μέσα συνδέουν τις εταιρείες με τη Μαρία Βορίδη. Πρόκειται για την Ντόντα Γουλανδρή, τη μονάκριβη αδελφή του Βασίλη, η οποία πέθανε πριν από λίγους μήνες.
Η ελβετική εφημερίδα υποστηρίζει ότι η επιλογή της να πουλήσει τα έργα μέσα από τις υπεράκτιες δεν έχει να κάνει με την αποφυγή φορολογικών υποχρεώσεων, αλλά από το γεγονός ότι μάλλον της παρείχε ανωνυμία στις συναλλαγές. Βέβαια, κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πώς ακριβώς περιήλθαν στην κατοχή της οι συγκεκριμένοι πίνακες. Μόνον οι άνθρωποι που έχουν άμεση γνώση των οικογενειακών δεδομένων μπορούν να απαντήσουν και σε καμιά περίπτωση η δημοσιοποίηση της ιστορίας αυτής δεν θα μπορούσε να συνδεθεί με κάποια παράνομη δραστηριότητα.

Απλώς, αυξάνει τα αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με μια συλλογή που σε λίγο καιρό θα έχουμε την τύχη να εκτίθεται δημοσίως και να μη βρίσκεται κρυμμένη σε θησαυροφυλάκια του Λιχτενστάιν ή της Ελβετίας.