ΒΙΒΛΙΟ

Τίποτα ποτέ δεν τελειώνει

gkkt_02_07042019_cmyk_page_1_image_0007

Ενας νέος, καστανόξανθος και ωραίος, κομψός και καλοντυμένος, καθισμένος σε έναν ξύλινο φράχτη, εν μέσω ενός καταπράσινου λιβαδιού, ένα αγροτόσπιτο να διακρίνεται στο βάθος και με φόντο ψηλά, επιβλητικά χιονισμένα βουνά.

Ο τόπος είναι η Ελβετία και ο χρόνος οι αρχές της δεκαετίας του ’60. Τόσα μονάχα γνωρίζουμε. Οπως επίσης γνωρίζουμε το ιδιόχειρο σημείωμα πίσω από τη φωτογραφία, γραμμένο στα αγγλικά: «Θα σε σκέφτομαι πάντοτε, εσένα και τα πανέμορφα μάτια σου. Με αγάπη, Πολ».

Ενθύμιο, λοιπόν, η φωτογραφία. Δώρο αποχαιρετισμού σε μια γυναίκα που τότε ήταν, και αυτή, κοριτσόπουλο. Εσωτερική σε ιδιωτικό σχολείο κάπου στην Ελβετία, στα δεκαεπτά της ή ίσως στα δεκαέξι της, γνώρισε κάποιον ευθυτενή Πολ, με όμορφο χαμόγελο, τον ερωτεύτηκε – ή, πάντως, την ερωτεύτηκε αυτός, αν κρίνουμε από το ζεστό σημείωμα στο πίσω μέρος της φωτογραφίας.

Δεν πρέπει να ήταν μονόπλευρο αίσθημα όμως. Εδώ και κάτι περισσότερο από ένα μήνα, ο κύριος Γκρι αδειάζει ένα σπίτι γεμάτο από τις αναμνήσεις μιας ζωής. Κάπου εκεί, μέσα στον χαμό, αναδύθηκαν τεκμήρια νεανικών, ανομολόγητων ερώτων, πάθη που μια γυναίκα απέκρυψε ισοβίως. Μπορεί να νοστάλγησε αυτά τα πρόσωπα και αυτά τα αισθήματα, πάντως δεν το έδειξε ποτέ. Αυτή η φωτογραφία, ωστόσο, του Πολ (αγνώστων λοιπών στοιχείων) ταιριάζει με ένα άλλο εύρημα: ένα δαχτυλίδι με το όνομά του χαραγμένο στο εσωτερικό του.

Μυστικοί αρραβώνες, άτυποι και περασμένοι μα όχι ξεχασμένοι; Δεν υπάρχει ασφαλής απάντηση. Και ίσως να μην έχει και τόση σημασία. Τα κενά τα συμπληρώνει ο καθείς με τη φαντασία του, κάθε μία με τις φαντασιώσεις και την αφηγηματική της διάθεση. Ο Πολ ως ήρωας μυθοπλασίας.

Παρατηρώ τον Πολ στη φωτογραφία, η οποία έχει τραβηχτεί από κάποια σκιά, κάτω από τα δέντρα. Τον ίδιο τον λούζει το φως ενός δυνατού χειμωνιάτικου ήλιου. Αυτή τη φορά ίσως ο φωτογράφος να είναι γυναίκα. Η νεαρή Ελληνίδα της αφιέρωσης. Τους φαντάζομαι να μιλούν στα γαλλικά. Να ερωτοτροπούν στα γαλλικά. Να ακούν παρέα τον Ανταμό να τραγουδά το «Tombe la neige» και να φαντάζονται (και αυτοί όπως και όλοι μας, όσοι ακολουθήσαμε μετά από αυτούς, σε άλλες γλώσσες και ακούγοντας άλλα τραγούδια – δεν έχει σημασία) ότι αυτό που έχουν, αυτό που ζούνε, θα κρατήσει για πάντα.

Μισό λεπτό όμως· ποιος είπε ότι δεν διαρκούν για πάντα αυτές οι στιγμές; Δεν ξέρει τι λέει όποιος πιστεύει κάτι τέτοιο. «Τίποτα ποτέ δεν τελειώνει», λέει ο κύριος Γκρι με μια απρόσμενη, για εκείνον, σιγουριά. Τον κοιτάζω λοξά. «Ο Πολ πάντως», μου λέει αμέσως μετά, «είναι εκεί ακόμη και περιμένει, καθισμένος πάνω στον φράχτη, με ένα μειδίαμα στα χείλη, τον γιακά της καμπαρντίνας του ανασηκωμένο. Ο Πολ είχε στυλ. Αξιζε τον έρωτα μιας νέας κοπέλας. Του έδωσε και μια κάποια αθανασία».