ΒΙΒΛΙΟ

Ενα εικοσιτετράωρο με τον συγγραφέα Χρίστο Κυθρεώτη

dscn1280

08.30
Δεν είμαι πρωινός τύπος, το αναβάλλω όσο μπορώ. Το φως απ’ τις γρίλιες κόβει σε φέτες το δωμάτιο, οι ήχοι της μέρας πληθαίνουν κι εγώ στριφογυρίζω καμιά δεκαριά φορές στα σεντόνια, πριν σηκωθώ για τα δέοντα. Τρώω τοστ χαζεύοντας στο κινητό τις πρώτες ειδήσεις, δημόσιες, ιδιωτικές και την ενδιάμεση γκρίζα ζώνη. Αγγλος έσπασε δύο χέρια και δύο πόδια προσπαθώντας να βγάλει σέλφι. Αστυφύλακας παραιτήθηκε και παντρεύτηκε τη γιαγιά του. Τραβάνε τα μαλλιά τους οι διαιτολόγοι με αυτή την απλή μέθοδο αδυνατίσματος.

09.00
Ανοίγω λάπτοπ, ξεκινάω να δουλεύω. Επιμέλειες κειμένων, διορθώσεις, αναδιατυπώσεις, λεξικά και Google. Ολα για την ουτοπία της απουσίας λαθών. Σκανάρω σελίδες επί σελίδων και συνεχίζω. Ενας τόνος, ένα νι, μια λάθος αύξηση και το σφαγείο των υποτακτικών του βάλλω. Φιλοσοφικές σκέψεις για την αναγκαιότητα της ύπαρξης λαθών, για το πώς ο εγκέφαλός μας εξελίχθηκε μέσα από μηχανισμούς παράκαμψής τους – και δυσοίωνες προβλέψεις για την εξελιξιμότητα του δικού μου εγκεφάλου. Κάθε λίγο η έρευνα για κάποιο πραγματολογικό οδηγεί την προσοχή μου σε απρόβλεπτα μονοπάτια: καταλήγω να γκουγκλάρω «συναυλία U2 1997» ή «Χένρικ Νίλσεν σήμερα», στο τέλος ξεχνάω τι είχα ξεκινήσει να ψάχνω. Επιστρέφω ηττημένος στη διόρθωση.

13.00
Το πρώτο επίσημο διάλειμμα της μέρας. Εχουν προηγηθεί αρκετά ανεπίσημα, πίσω απ’ την ίδια μου την πλάτη. Περπατάω λίγο μέσα στο σπίτι, στέλνω μέιλ, διαβάζω κάτι που δεν πρέπει να διορθώσω. Ακούω μουσική, όλο και πιο σπάνια. Τρώω μεσημεριανό, ξανακάθομαι στο γραφείο. Σκέφτομαι τις συνέπειες της καθιστικής ζωής. Ο αυχένας μου έχει στραφεί εναντίον μου. Μου επιτίθεται με στρατηγικές σουβλιές που μέχρι το απόγευμα θα έχουν αθροιστεί σε κανονικό πονοκέφαλο. Πλάνα για να ξεκινήσω γυμναστική, μπάσκετ, κολύμβηση, ορεινές πεζοπορίες. Σηκώνομαι απ’ το κάθισμα, πάω στην κουζίνα, ανοίγω το συρτάρι. Τρώω ένα γλυκό.

18.00
Τις καλές μέρες έχω τελειώσει τη δουλειά, τις άλλες συνεχίζω μέχρι το βράδυ ή βγαίνω έξω για να παραδώσω ή να παραλάβω κάποιο κείμενο, ή για κάποια άλλη πρακτική υποχρέωση. Χαλάρωση, ντους, ίσως μια ώρα ύπνου, γράψιμο. Σκάκι με τους γιους της συντρόφου μου. Θέμα χρόνου να αρχίσουν να με νικάνε. Συνομιλίες με φίλους στο messenger, σαν σημειωματάρια που γράφονται από μόνα τους. Αν είναι απολύτως απαραίτητο να κάνω μερικά τηλεφωνήματα, τα κάνω αυτή την ώρα – αλλά συνήθως δεν είναι, οπότε προτιμώ τους πολιτισμένους τρόπους επικοινωνίας, μηνύματα ή μέιλ.

22.00
Βλέπουμε κάποια σειρά με τη σύντροφό μου ή πάμε καμιά βόλτα ή απλώς τα λέμε. Κάποια βράδια συναντήσεις με φίλους. Μετά τα μεσάνυχτα συνήθως μόνο εγώ είμαι ξύπνιος στο σπίτι. Διαβάζω ή γράφω – ή διαβάζω κάτι σχετικό με αυτό που γράφω. Ή κάνω έρευνα στο Ιντερνετ, πράγμα που πυροδοτεί τη γνωστή διαδικασία. Στρίβω σε λάθος στενά, μπλέκω σε αναξιόπιστα σάιτ, ξαναδιαβάζω για τον τύπο με τη σέλφι. Φτηνά τη γλίτωσε. Επεσε από δέκα μέτρα πάνω σε κάτι γλάστρες. Για πολύ μικρότερα λάθη, άλλοι δεν ήταν τόσο τυχεροί.

01.00
Επιστρέφω στο κείμενο, θυμίζω στον εαυτό μου πως το να μην το γράφεις παίρνει περισσότερο χρόνο απ’ το να το γράφεις. Σήμερα είναι αυτό εδώ το κείμενο. Την τελευταία φορά που έγραψα για το εικοσιτετράωρο κάποιου, χρειάστηκα εκατό χιλιάδες λέξεις. Αυτό εδώ είναι μάλλον πιο απλό. Μάλλον. Εξω η νύχτα προχωράει, ακούγεται ένα σκυλί που γαβγίζει, ένα αυτοκίνητο γκαζώνει κάπου μακριά. Περίεργοι ήχοι νυχτόβιων πουλιών.

02.30
Η παραγωγικότητά μου, συζητήσιμη έτσι κι αλλιώς, πέφτει κάτω απ’ το όριο επιφυλακής. Φράσεις που ξεκινάνε υποσχόμενες καταλήγουν… καταλήγουν κάπως τέλος πάντων, όταν δεν μένουν μισές. Ο ίδιος ο ήχος των πλήκτρων γίνεται πιο διστακτικός, προδίδει αναξιοπιστία. Κλείνω τον υπολογιστή, ανοίγω ένα βιβλίο. Οι λέξεις των άλλων. Οι άλλοι ξέρουν καλύτερα, επειδή δεν χρειάζεται να είναι εμείς. Συνεχίζω το διάβασμα στο κρεβάτι, λίγες σελίδες με μισόκλειστα βλέφαρα, πριν καταθέσω τα όπλα, ακουμπήσω το κεφάλι στο μαξιλάρι, ψάξω με το χέρι τον διακόπτη. Το φως έχει σβήσει, αν και επιζεί για λίγο ως εφέ στον αμφιβληστροειδή μου.

03.00
Οταν ήμουν μικρός, η γιαγιά μου περνούσε τα καλοκαίρια μαζί μας. Τα βράδια καθόμασταν στο μπαλκόνι και μας έλεγε ξανά και ξανά την ιστορία της, που κάθε φορά μου φαινόταν σαν καινούργια. Μια περίπλοκη σάγκα που ξεκινούσε απ’ τη Χίο, συνεχιζόταν στη Μικρά Ασία, στην Αίγυπτο, στο Κονγκό. Μέχρι την Αίγυπτο συνήθως με είχε πάρει ο ύπνος. Με κουβαλούσαν στο κρεβάτι και άκουγα τις ψιθυριστές τους καληνύχτες. «Αύριο θα είναι καλύτερα» έλεγε η γιαγιά μου και δεν είχα ιδέα τι εννοούσε. Ούτε σήμερα έχω αλλά, πριν πέσεις για ύπνο, είναι ωραία να το λες.