ΒΙΒΛΙΟ

Φόβος και αλληλεγγύη

22494637

Η «Πανούκλα» (1947) του Καμύ είναι αριστούργημα. Το μυθιστόρημα είναι το χρονικό, όπως το αποκαλεί από την πρώτη κιόλας αράδα ο αφηγητής του, της πανούκλας που χτύπησε το Οράν, μια πόλη 200.000 κατοίκων, της Αλγερίας. Το πρωτοδιάβασα στα εφηβικά μου χρόνια στην πολύ καλή –και πρώτη, νομίζω, στα ελληνικά– μετάφραση του Ηλία Θεοφιλάκη, με πρόλογο του Ροζέ Μιλλιέξ (εκδόσεις Aujourd’hui, 1955), την οποία έχω ακόμη στη βιβλιοθήκη μου. Το έργο έχει έκτοτε μεταφραστεί αρκετές φορές στη γλώσσα μας. Η «Πανούκλα» διαβάστηκε και εξακολουθεί να διαβάζεται από εκατομμύρια αναγνώστες στον κόσμο, και έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες γι’ αυτήν, ώστε να μην υπάρχει τίποτε μάλλον να πεις που να μην έχει ήδη ειπωθεί, και μάλιστα σε ένα σύντομο κείμενο προορισμένο για εφημερίδα. Αυτό πράγματι ισχύει για όποιον αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως ύλη για ακαδημαϊκές μελέτες, όχι όμως για όποιον προσφεύγει σε αυτήν με άλλο αίτημα, για να διευρύνει την ανθρώπινη εμπειρία του και να κατανοήσει καλύτερα τι του συμβαίνει, τι συμβαίνει μέσα του και στη σχέση του με τους άλλους και τον κόσμο. 

Αν πάντως διαβάσουμε ή ξαναδιαβάσουμε το μυθιστόρημα τούτη την περίοδο, τώρα που η επιδημία σαρώνει τον κόσμο, απειλεί με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και γεμίζει φόβο την ψυχή μας, θα ανακαλύψουμε πράγματα που δεν θα προσέχαμε άλλοτε. Θα προσέξουμε περισσότερο και θα καταλάβουμε καλύτερα τη δυσκολία των ανθρώπων να πιστέψουν κατ’ αρχάς στην ίδια την ύπαρξη της θανατηφόρας επιδημίας που τους έπεσε κατακέφαλα και να αλλάξουν συνήθειες, θα καταλάβουμε και θα αποδεχτούμε ότι η επιδημία καταργεί όλα τα συναισθήματα και αφήνει χώρο μόνο για ένα, τον φόβο, αλλά και ότι ο φόβος για τη ζωή είναι εγωιστικός, κλείνει τον άνθρωπο στον εαυτό του και δεν αφήνει χώρο στην αγάπη: «Πρέπει να το παραδεχτούμε: η πανούκλα είχε αφαιρέσει από όλους τη δύναμη της αγάπης, ακόμη και της φιλίας. Γιατί η αγάπη ζητάει λίγο μέλλον, και για μας δεν υπήρχαν παρά μόνο στιγμές» (σ. 168, στην τρέχουσα γαλλική έκδοση στα folio/Gallimard, από όπου και μεταφράζω).  

Η «Πανούκλα» είναι ένα μυθιστόρημα για το κακό που χτυπάει τους ανθρώπους, χωρίς οι ίδιοι να έχουν καμία ευθύνη γι’ αυτό, όπως έχουν για τους πολέμους, τις τυραννίες ή την κοινωνική αδικία, για το κακό το εξωανθρώπινο, το παράλογο. Το κακό αυτό οι άνθρωποι καλούνται απλώς να το αντιμετωπίσουν και να το αντιπαλέψουν, ατομικά και συλλογικά.

Οι ήρωες του μυθιστορήματος εκφράζουν διαφορετικές στάσεις απέναντι στο θανάσιμο κακό. Ο ιησουίτης ιερέας Πανελού, ενώ αντιμετωπίζει αρχικά την επιδημία ως θεϊκή τιμωρία, αλλάζει στάση όταν ζήσει από κοντά τον θάνατο ενός μικρού παιδιού, ο αγνός Ταρρού πιστεύει σε μια αγιότητα χωρίς Θεό και αγωνίζεται για τη σωτηρία των ανθρώπων πλάι στους γιατρούς, ο δημοσιογράφος Ραμπέρ, που έχει εγκλωβιστεί στην πόλη, σχεδιάζει να σπάσει την καραντίνα και να φύγει για να πάει στην αγαπημένη του στο Παρίσι, αλλά τελικά μένει για να βοηθήσει τον γιατρό και την ομάδα του, γιατί θεωρεί ότι είναι ντροπή να ευτυχείς μοναχός σου όταν οι άλλοι γύρω σου πεθαίνουν. Υπάρχει και ο Κοττάρ, που χαίρεται με τη δυστυχία και κερδοσκοπεί. Κορυφαία μορφή ο γιατρός και αφηγητής Ριέ, ο οποίος εξεγείρεται ενάντια στην τάξη του κόσμου, μια τάξη που θεωρεί φυσικό να πεθαίνουν μικρά παιδιά, και η μόνη απάντηση που έχει σε αυτό είναι η πράξη της αλληλεγγύης, της συμπάσχουσας, διαυγούς και απελπισμένης αλληλεγγύης.

Αν αυτό δεν λέγεται αγάπη, τότε δεν ξέρω πραγματικά τι άλλο μπορεί να λέγεται έτσι. Ο γιατρός Ριέ εκφράζει την άποψη και τη στάση του ίδιου του Καμύ. Πέντε χρόνια χωρίζουν τον «Ξένο» (1942) από την «Πανούκλα» (1947), η απόστασή τους όμως είναι τεράστια. Ο Μερσώ, ξένος απέναντι στον εαυτό του, στη ζωή του και στις πράξεις του, βρίσκεται πολύ μακριά από τον Ριέ, που και αυτός δεν πιστεύει στον Θεό όπως και ο Μερσώ, αλλά δίνει καθημερινά τη μάχη, από το πρωί μέχρι το βράδυ, για να σώσει ζωές. Μόνο αυτή η αγάπη και αυτή η αλληλεγγύη μπορούν να κάνουν τον φόβο να είναι προστασία και όχι απανθρωπιά. Και να αφήσουν χώρο στην ελπίδα, γιατί χωρίς ελπίδα δεν ειρηνεύει η ψυχή.

Και αυτή η επιδημία κάποτε θα περάσει, χωρίς κανείς να μπορεί να υπολογίσει τώρα τον αριθμό των θυμάτων της. Είναι σημαντικό οι ζωντανοί, όταν πια θα έχει περάσει το κακό, να μην ντρέπονται για τη στάση τους τον καιρό της επιδημίας. Ως τότε πάντως, ώσπου να έρθει η στιγμή της λύτρωσης, όπως και στην «Πανούκλα» του Καμύ, και ο κόσμος να ξεχυθεί στους δρόμους, ας αφήσουμε κατά μέρος τις βαρύγδουπες αναλύσεις, που όταν δεν φανερώνουν αναλγησία, φανερώνουν οπωσδήποτε ανοησία. Δεν αντέχω να ακούω πολλούς να λένε ότι η επιδημία αυτή είναι και ευκαιρία, και κάποιους άλλους, με αγέρωχο ύφος, ότι πρόκειται ακόμη και για ευλογία. Ας πάνε να το πουν αυτό, πόσο καλή ευκαιρία είναι και τι μεγάλη ευλογία, στους χιλιάδες νεκρούς! Τώρα το ζήτημα είναι ένα: να χάσουμε όσο γίνεται λιγότερους συνανθρώπους μας! Το τι είδους ευκαιρία ήταν η επιδημία, εάν ήταν πράγματι, αυτό είναι μια συζήτηση για μετά, όταν ξετρυπώσουμε από το θολάμι μας.