ΒΙΒΛΙΟ

Η Αγία Σοφία, κρυφή πτυχή της ελληνικής ψυχής

i-agia-sofia-kryfi-ptychi-tis-ellinikis-psychis-2373078

Το βιβλίο της Μπισέρα Πέντσεβα (Bissera V. Pentcheva), καθηγήτριας τέχνης και ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, «Αγία Σοφία: Ηχος, χώρος και πνεύμα στο Βυζάντιο» (Hagia Sofia: Sound, Space and Spirit in Byzantium, εκδ. Pennsylvania State University Press), εκδόθηκε το 2017. Στην εξαιρετική συνέντευξη που πήρε από τη συγγραφέα ο Παύλος Παπαδόπουλος και δημοσιεύθηκε σε αυτές τις σελίδες πριν από μία εβδομάδα («Η θεία φωνή της Αγίας Σοφίας», Τέχνες και Γράμματα της «Κ», 5.4.2020), η Πέντσεβα μίλησε γι’ αυτήν την πρωτοποριακή μελέτη που οδήγησε στην «πιστή αναδημιουργία του ήχου του ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη με τη βοήθεια προηγμένων υπολογιστικών συστημάτων» και εξήγησε «γιατί η επαφή με το θείο που επιτυγχάνεται στην Αγία Σοφία δεν είναι ένα μεσαιωνικό “ειδικό εφέ”, αλλά το αποτέλεσμα εφαρμογής πτυχών της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας».

Μιλήσαμε με τον Νίκο Καλαποθάκο, συγγραφέα του βιβλίου «Κλειδωμένα σώματα, κλειστοί χρόνοι, συνεχείς κόσμοι· βασανιστήρια και θανατώσεις στην Εικονομαχία» (εκδ. Αρμός, 2013), σε μια προσπάθεια να διεισδύσουμε ακόμη περισσότερο στο απαιτητικό αυτό θέμα. Επικεντρώσαμε το ενδιαφέρον μας στη σχέση πραγματικότητας και αλήθειας όπως διαμορφώνεται, προϊόντος του χρόνου, από το Βυζάντιο στους σύγχρονους καιρούς, στη σημασία του φωτός και του ήχου στην κατασκευή του ναού και στις ψυχές των ανθρώπων, στην ενεργό συμμετοχή των εικόνων στην κοινωνία πιστών και Θεού, και στη δυναμική ενός αισθήματος που αρνείτο τον κόσμο, βασισμένο στην απώλεια συνειδήσεως που επιζητούσε.

Η Πέντσεβα, άθελά της, έφερε στο φως μια κρυφή, βαθιά και όχι εύκολα προσβάσιμη πτυχή της ελληνικής ψυχής. Ο Νίκος Καλαποθάκος μάς ζητάει να σταθούμε με γενναιότητα απέναντί της.

– Η Μπισέρα Πέντσεβα, στο πρόσφατο βιβλίο της, συνέδεσε την πνευματικότητα της Αγίας Σοφίας με αυτήν των νεοπλατωνικών. Ποια η διαφορά μας, εμάς των συγχρόνων, με τους νεοπλατωνικούς, αλλά και με τον κόσμο της εποχής της Αγίας Σοφίας;
– Ενώ για τους νεότερους, η δομή της αλήθειας σχετίζεται και διαμορφώνεται από τη δομή της γλώσσας –τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου–, για τους νεοπλατωνικούς, η αλήθεια δεν δομείται όπως η γλώσσα και δεν δίδεται ως πληροφορία μέσω της γλώσσας, αλλά στην ταύτιση γιγνώσκοντος – γιγνωσκομένου, αφού οποιαδήποτε αναπαράσταση θα διερρήγνυε την ενότητα υποκειμένου – αντικειμένου που απαιτεί η αλήθεια – οι πρώτοι νεοπλατωνικοί δεν έγραφαν. Ακριβώς, επειδή η νοητή σκέψη είναι αθέλητη, τα περιεχόμενα του νου δεν αποκαλύπτονται μέσω της γλώσσας και η νοητή αλήθεια δεν μεταδίδεται εκλογικευτικώς. Ολα εκτοπίζονται σε κάτι εξωγλωσσικό. Μόνον ο Θεός, ως άρρητος, είναι ο μοναδικός και απόλυτος δηλοποιητής και ταυτοχρόνως αδηλοποίητος, όπως λέει ο Δαμάσκιος, προμηνύοντας τον Γκέντελ και το θεώρημά του, της μη πληρότητος, όπου σε κάθε τυπικό σύστημα κάτι, πάντα, παραμένει ασύλληπτο. Το Αρρητον υποδηλώνει την κατάργηση οιουδήποτε νοήματος. 

Ετσι, η σοφία δεν αποτελείται από λογικές προτάσεις και, ως μη αναπαραστάσιμη, κείται επέκεινα παντός κειμένου και πάσης γλώσσης. Επιτυγχάνεται, όμως, με την ενορατική σκέψη, όπου όλα μαζί συνεντοπίζονται ταυτοχρόνως, ως διαφανής σφαίρα. Για τον Νου δεν υφίσταται χρόνος, δεν υπάρχει π.χ. πριν ή μετά· καταστάσεις και πράγματα συνυπάρχουν πέραν του χρόνου, π.χ. το αποτέλεσμα είναι ανέκαθεν παρόν και δεν προκύπτει από την αιτία.

– Τότε τι σημασία έχει η κατασκευή ενός ναού, όπως η Αγία Σοφία;
– Ολοι έχουμε ανάγκη συμβόλων και εικόνων στην πορεία μας προς το ενωτικό Εν. Τα σύμβολα, ως οδοδείκτες της ψυχής προς το Εν –τον Πατέρα θα λέγαμε οι χριστιανοί–, και η χρήση των εικόνων καταδεικνύουν την ύπαρξη ενός αντιεκλογικευτικού εσωτερικού κόσμου. Αλλά το τελευταίο σύμβολο που απαιτείται για την ολοκλήρωση του τελετουργικού αυτού κόσμου, στον Πρόκλο, είναι η συνεισφορά του ιδίου του μύστη. Αυτά θα παραλάβει και ο Μάξιμος ο Ομολογητής, τον 7ο αιώνα, για να γράψει τη Μυσταγωγία του, μένοντας έκθαμβος από το κάλλος της Αγίας Σοφίας και αποκαλώντας την «του κόσμου τύπος και εικών· άνθρωπος η εκκλησία αύτη», ακολουθώντας τους νεοπλατωνικούς και στο ότι το άπειρο κατοπτρίζεται σε κάθε μονάδα και ο άνθρωπος είναι ένας κόσμος. Στη στατικότητα του Πρόκλου, που δεν περιελάμβανε το σώμα και την κίνηση, ο Μάξιμος θα κάνει τη σοβαρότερη προσπάθεια να βρεθεί θέση για τον χρόνο, την υλική κίνηση και το σώμα στη διαδικασία επιστροφής στον Θεό, ώστε να παρουσιασθούν καθαγιασμένα. Η λειτουργία, ως εσωτερική κίνηση, και η διαρρύθμιση του ναού, οδηγεί στην τέταρτη διάσταση, προς τα άνω.

Οπως τα κείμενα των νεοπλατωνικών έρχονται σε σύγκρουση με την ίδια τους τη γλώσσα, οι πραγματεύσεις τους διαψεύδουν πως λένε κάτι και αντιτίθενται στην ίδια τους την εκλογίκευση, έτσι έρχεται και σε αναίρεση των ίδιων της των υλικών η Αγία Σοφία. Την αναίρεση αυτήν των υλικών της την επιτυγχάνει με το φως, που ως άυλο είναι και το πλέον κατάλληλο για την εικόνιση της αληθείας. Ετσι, δεν είναι οι τοίχοι οι δημιουργοί του φωτός· το φως δημιούργησε τον ναό εξαϋλώνοντας τους όγκους. Το φως έχει μιαν ένταση ψηλά που σταδιακά εξασθενεί, αλλ’ ως αντίβαρο ανεβαίνει η φωνή. Τα γύρω τμήματα λειτουργούν σαν άυλα παραπετάσματα. Διάτρητοι τοίχοι από παράθυρα και με έναν τρούλο ως επιστέγασμα αυτής της άυλης μάζα φωτός. Τα δε κατώτερα τμήματα είναι σαν να αιωρούνται από τα ανώτερα και δεν φαίνονται, απαλλασσόμενα, κατά κάποιον τρόπο, από την ύλη τους με διάφορους τρόπους· οι πεσσοί, π.χ. είναι κρυμμένοι, δεν προβάλλουν τον όγκο τους.
Δεν υπάρχει πραγματικότητα έξω από το φως. Ο,τι δεν είναι δημιουργημένο από το φως δεν υπάρχει.

– Πώς λειτουργεί ή συνυπάρχει ο ήχος σε αυτά;
– Τόσο τα μελίσματα όσο και η καθαρή προσωδία και οι μη σημασιολογικοί ήχοι, που αναφέρει η Πέντσεβα, έχουν την ίδια λογική με τα κείμενα και με το κτίσιμο του ναού: αρνούνται την έκπτωση της μουσικής και του λόγου σε πληροφορία, υπηρετώντας την αυτοαραίωση αμφοτέρων· η μουσική εμφανίζεται η ίδια ως η ετερότητά της. Η φωνή μπορεί να εκφωνείται στον εδώ κόσμο, αλλά ακούγεται σε άλλον.

Το «γεννηθήτω φως» είναι δημιουργικός λόγος, η φωνή του Θεού, η οποία συνελήφθη ως φως. Μέσα στο φως ενυπάρχει ήδη ένας ήχος.

Ο Πρόκλος, ο δάσκαλος του δασκάλου του Ανθεμίου και του Ισιδώρου, συνδέει τη θεουργική άνοδο προς το Εν με τη διαδικασία της θείας επικλήσεως, όπου η ψυχή προσφέρει τα κρύφια συνθήματα στον Πατέρα, τα οποία, όμως, ο ίδιος είχε εναποθέσει εντός της κατά την εκπόρευσή της. Είναι το ανάλογο της κορυφαίας στιγμής της Θείας Λειτουργίας:

«Τα Σα εκ των Σων» και έτσι είναι δυνατόν να ψάλλει η ψυχή. Είναι η στιγμή της «χρυσής βροχής», μια ηχητική φωταύγεια. Εάν ο Παρθενών κτίσθηκε με την ανιδιοτέλεια μιας παιδικής ανταπόκρισης στην ομορφιά του κόσμου, η Αγία Σοφία κτίσθηκε με την ανιδιοτέλεια του κατ’ εικόνα Θεού ανθρώπου.

Αυτό ήταν το κάλλος που, κατά τη ρωσική παράδοση, συγκίνησε τους απεσταλμένους του Βλαδίμηρου – «δεν ξέραμε αν ήμασταν στη γη ή στον ουρανό», θα του πουν, για να βαπτισθούν οι Ρώσοι στο καθαρό, άνευ λόγου συναίσθημα· η ρωσική ορθοδοξία γεννήθηκε στην ομορφιά και, όπως θα πει και ο Ντοστογιέφσκι, αυτή θα σώσει τον κόσμο. 

Το πραγματικό νόημα βρίσκεται έξω από τις δυνατότητες της γλώσσας 

i-agia-sofia-kryfi-ptychi-tis-ellinikis-psychis0
«Ενώ οι ορθόδοξοι εκκινούν από το φως, οι δυτικοί, ιδίως οι διαμαρτυρόμενοι, εκκινούν από την απουσία του», λέει ο συγγραφέας Νίκος Καλαποθάκος. 
 

– Οι εικόνες στην Εκκλησία πώς λειτουργούν;
– Οταν το φως μορφώνεται με την εικονογραφία, είναι χρυσωμένο, δηλαδή καθαρό φως και όχι χρώμα. Ο ουρανός ζωγραφίζεται με χρυσό – ακόμη και το βερνίκι συμβάλλει στην ενότητα. Και αυτή, αναιρώντας τα υλικά της, διακηρύσσει την ανιδιοτέλειά της, πως το πραγματικό νόημα βρίσκεται όχι μόνον πέρα από την εικόνα, πέρα από το κείμενο, αλλά και έξω από τις δυνατότητες της γλώσσας– «η τιμή βαίνει προς το πρωτότυπον», στο εικονιζόμενο πρόσωπο.

Στη Δύση, αναπτύχθηκε, μαζί με την μουσική και η απόδοση της αισθητηριακής εικόνας, περισσότερο εγκοσμίου και σαρκικής· η ελαιογραφία. Στους δε προτεστάντες, η χαλκογραφία και η γκραβούρα. Αμφότερες εξοβελίζουν το χρυσό. Ενώ οι ορθόδοξοι εκκινούν από το φως, οι δυτικοί, ιδίως οι διαμαρτυρόμενοι, εκκινούν από την απουσία του, από το μηδέν, μιμούμενοι την εκ του μηδενός δημιουργία. Πρόκειται για έναν ριζοσπαστικότερο χριστιανισμό, εκ μιας απόψεως, που θέλει να συνίσταται σε ένα ναι ή ένα όχι, σε μιαν απόφαση.

– Το αίσθημα που είχε κάποιος μπαίνοντας στην Αγία Σοφία, μεταμόρφωνε τον κόσμο γύρω του;
– Οχι, διότι το σώμα, ως σαρξ, και τα συμπαρομαρτούντα αυτώ δεν είχαν καμία χρησιμότητα στη ζωή των εσχάτων. Τι σημασία έχει ο κόσμος μπροστά στο έτερόν του; 

Η ενόραση είναι αυτή που συνιστά αυτογνωσία και απαιτεί απόλυτη και εκούσια μόνωση, ώστε ο νους να προσηλώνεται στον εαυτό του, όχι για να ορίσει τον γιγνώσκοντα, όπως στον Καρτέσιο, αλλά αποκαλύπτοντας την ήδη υπάρχουσα αυτογνωσία με ταυτόχρονη αποστασιοποίηση από τα αντικείμενα της συνειδήσεως. Η ενόραση είναι γνώση απηλλαγμένη αντικειμένων, όπου η δραστηριότης του νου δεν στρέφεται προς τίποτε. Ο νους δεν εμπλέκεται στην σκέψη. Πώς να δούμε τον ήλιο με άλλο φως, εκτός από το δικό του; Διότι, σε κάποιο σημείο, η νόηση εξαφανίζεται, όπως όταν πλησιάζεις τον ήλιο. Εχεις γίνει το φως του. Αφαιρούμε τα πάντα.

i-agia-sofia-kryfi-ptychi-tis-ellinikis-psychis2
«Κλειδωμένα σώματα, κλειστοί χρόνοι, συνεχείς κόσμοι». Το βιβλίο του Νίκου Καλαποθάκου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.

Κατά την έντονη αυτή συγκέντρωση του νου υπάρχει μία απώλεια της συνειδήσεως, για να έλθουμε σε επαφή με την αιωνιότητα. «Μόνος προς μόνον», κατά την προσφιλή έκφραση των νεοπλατωνικών. Αυτή η άσκηση βοηθούσε στο να δουν τον κόσμο ως θεοφάνεια-κάλλος.

Οταν ο νους είναι ενεργός παράγει σκέψεις, όταν σταματά γίνεται καθρέπτης διαφανής. Αφεστιάζεται της εκλογικεύσεως. Ετσι, επιτυγχάνεται, ένα είδος ακοσμισμού, που καθιστά περιττά τα εγκόσμια. Είναι το αίσθημα που έχει κανείς εισερχόμενος στην Αγία Σοφία και αφήνει τον κόσμο πίσω του και έξω του – όταν βγαίνει, όμως, δεν οφείλει τίποτε σε κανέναν· απλώς διασπάται. Εξω, ο εθισμός στον πολιτισμό εμποδίζει την άνοδο του νου, γιατί αυτός διασπάται και απορροφάται από την ψευδαίσθηση των μεμονωμένων όντων. Ο καθ’ εαυτόν εαυτός δεν μπορεί να αποκαλυφθεί μέσω κάποιας αισθήσεως· καθίσταται μη εντοπίσιμος και δεν μπορεί να πει πως είμαι αυτό ή το άλλο – μόνον: «Εγώ είμαι».

Η γνώση είναι απατηλή· γνωρίζουμε μόνον τον κόσμο της στερήσεως, τον ψεύτικο ντουνιά.