ΒΙΒΛΙΟ

Ο Κωστής Παπαγιώργης ως κριτικός λογοτεχνίας

papagevrgis

Η μεταθανάτια συγκέντρωση σε βιβλίο των πολυάριθμων κειμένων του Κωστή Παπαγιώργη, που ξεκίνησε την ίδια τη χρονιά του θανάτου του με τα «Υπεραστικά» (Καστανιώτης, 2014), προχωράει καλά. Μετά τα ανέκδοτα και ανολοκλήρωτα κείμενα του «Εαυτού» (Καστανιώτης, 2016), άρχισε η έκδοση των κριτικών του, υπό τον γενικό τίτλο «Τα βιβλία των άλλων». Κυκλοφόρησε φέτος ο πρώτος τόμος «Ελληνες συγγραφείς» (Καστανιώτης, 2020) και προγραμματίζονται άλλοι τέσσερις, για σύγχρονους Ελληνες στοχαστές, ξένους λογοτέχνες, φιλοσόφους και ιστορικούς. Ο πρώτος αυτός τόμος για τους πεζογράφους και ποιητές μας δεν συγκεντρώνει όλα τα σχετικά κείμενά του αλλά αποτελεί επιλογή τους. Το βιβλίο εμπλουτίζεται με εξαιρετική εισαγωγή του Δημήτρη Καράμπελα, ενός εκ των δύο συνεπιμελητών του τόμου (ο άλλος είναι ο Γιάννης Αστερής). Θα ασχοληθούμε εκτενέστερα αλλού με τον Παπαγιώργη ως κριτικό, γι’ αυτό εδώ θα σημειώσουμε λίγες μόνο προκαταρκτικές παρατηρήσεις.

Τα πρώτα κριτικά του κείμενα, της περιόδου πριν από την τομή του «Περί μέθης» (1987), δημοσιεύτηκαν ψευδωνύμως σε λογοτεχνικά περιοδικά («Το Δέντρο», «Κριτική και Κείμενα», «Πλανόδιον»), αλλά από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 στράφηκε σε λαϊκά έντυπα ευρείας κυκλοφορίας και αρχίζει να δημοσιεύει τα σύντομα κριτικά σημειώματά του κυρίως στο «Αθηνόραμα» (από το 1994), ενώ τα εκτενέστερα κείμενα στη «Lifo» ή στον «Επενδυτή» και στον «Κόσμο του Επενδυτή». Οι χρονολογίες δείχνουν ότι ο Παπαγιώργης δεν υπήρξε ποτέ ο καθαρόαιμος φιλόσοφος που διαβάζει μόνο φιλοσοφία και τον ενδιαφέρουν αποκλειστικά τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα. Στα αμέτρητα διαβάσματά του η λογοτεχνία κατέχει κεντρική θέση εξαρχής, και πριν δηλαδή από το «Περί μέθης». Η απόφαση του Παπαγιώργη να στραφεί στα λαϊκά έντυπα είναι συνειδητή και δεν έχει να κάνει με τις ανάγκες του βιοπορισμού (όπως μας πληροφορεί ο Δημήτρης Καράμπελας, αρνήθηκε σταθερά προτάσεις συνεργασίας από μεγάλες εφημερίδες, σ. 24). Ο Παπαγιώργης θέλει πια να συζητήσει για μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα, όπως συζητάει για το ποδόσφαιρο, τις τηλεοπτικές εκπομπές, την τρέχουσα πολιτική, δηλαδή στην κοινή αγορά και στην κοινή γλώσσα, όχι στο προφυλαγμένο περιβάλλον των ειδικών περιοδικών και στην ιδιόλεκτο του σιναφιού.

Ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες κειμένων υπάρχουν διαφορές, που δεν έχουν πάντως να κάνουν με την αυστηρότητα ή μη της κρίσης. Η διαφορά βρίσκεται αλλού: εδώ, στα λαϊκά έντυπα, γράφει για πολλά βιβλία, τρία, τέσσερα και παραπάνω τη βδομάδα, ανάμεσα στα οποία πολλά είναι μέτρια ή και κάτω από το μέτριο, και προσπαθεί να τους βρει κάποια αρετή, να παραθέσει μια πετυχημένη έστω φράση τους. Δεν θεωρεί ότι το να γράψει για δεύτερα πράγματα λερώνει την πένα του. Είναι γενναιόδωρος, από ταπεινοφροσύνη ή υπεροψία. Ο Παπαγιώργης έχει περάσει πολλά, έχει γνωρίσει τη ματαιότητα των ανθρώπινων επιδιώξεων και πάνω σε αυτή τη λυτρωτική επίγνωση έχει χτίσει τη δική του καλύβα. Δεν νιώθει πια καμιά ανάγκη να επιβεβαιώνει το εγώ του κατεδαφίζοντας τις καλύβες των άλλων. Αυτό δεν σημαίνει ότι λείπουν οι αρνητικές κριτικές –μία μάλιστα από αυτές, η κριτική του για θεατρικό έργο του Μιχ. Βιρβιδάκη, σ. 297, υπερβαίνει τα όρια του κριτικού ήθους– αλλά δεν έχουν τη φαρμακίλα του αποτυχημένου ή εκείνου που θεωρεί τον εαυτό του παραγνωρισμένο.

Οταν ο Παπαγιώργης λέει λογοτεχνία εννοεί πεζογραφία, και δη μυθιστόρημα. «Δεν ασχολούμαστε με ποιήματα» (σ. 65, βλ. και σ. 54 και 62) γράφει, και καλύτερα, προσθέτω εγώ, γιατί από ποίηση δεν σκαμπάζει και πολύ. Γράφει κατ’ εξαίρεσιν, επαινετικά πάντα, για τα ποιήματα φίλων του (Γκανάς, Παναγιωτόπουλος, Λάγιος κ.ά.). Απέναντι στο διήγημα στέκεται αμφίθυμος, αλλά δεν μπορεί να το παραβλέψει, αναγνωρίζοντας ότι η σημαντική νεοελληνική διηγηματογραφική παράδοση συνεχίζεται αδιάκοπη. Για όλα πάντως τα έργα, σε όποιο είδος και αν ανήκουν, δεν γράφει ως θεωρητικός, ιστορικός ή κοινωνιολόγος, αλλά ως αναγνώστης, ως κάποιος δηλαδή για τον οποίο «το μόνο που μετράει είναι τα έργα» (σ. 101) και που «για να κερδίσει […] την ελευθερία του και το εντρύφημα της ανάγνωσης, οφείλει αργά ή γρήγορα να λησμονήσει τα έτοιμα κριτήριά του, να αφήσει κατά μέρος εποχές και ανθρώπους, και να αφοσιωθεί σε σελίδες που ουσιαστικά είναι πνευματικοί γρίφοι» (σ. 80).

Τα περισσότερα κείμενα του τόμου είναι σύντομα, χωρίς επιχείρημα, κάμποσα μάλιστα εξαντλούνται στην παράθεση ενός αποσπάσματος. Ποιο λόγο λοιπόν έχει κανείς να διαβάσει το βιβλίο αυτό του Παπαγιώργη; Για να αποκτήσει μια πανοραμική εικόνα της νεοελληνικής λογοτεχνίας κατά την τριακονταετία 1983-2013; Μάλλον όχι. Για να εμβαθύνει μήπως στο έργο ενός συγγραφέα και να το κατανοήσει καλύτερα; Ούτε, όσο και αν τα κείμενα, παρά τη συντομία τους, περιέχουν συχνά οξυδερκείς παρατηρήσεις. Τότε γιατί; Μα για τον ίδιο τον Παπαγιώργη. Για να γνωρίσει καλύτερα και να κατανοήσει περισσότερο τον ίδιο, να χαρεί το ύφος του και τις μεταφορές του. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η δύναμη του Παπαγιώργη είναι το δοκίμιο, όπως φαίνεται και από τον υπό συζήτηση τόμο, όπου τα καλύτερα κείμενά του είναι ορισμένα αμιγή δοκίμια, όπως εκείνα για τον Παπαδιαμάντη (σ. 77-86), για τον Ροΐδη (σ. 91-96) ή το «Μεγάλοι συγγραφείς, μικροί αναγνώστες» (σ. 424-427). Η γνώριμη και ξεχωριστή φωνή του πάντως ακούγεται καθαρή παντού, σε όλα, όπως αίφνης όταν φωτίζει τη δική του ζωή, γράφοντας για κάποιον συγγραφέα (σ. 343-344): «ήθελε να ασκήσει την κλίση του προς τους ψυχικούς εκτροχιασμούς. Ο,τι κυνηγάς σε βρίσκει κάποτε, ενίοτε σε παίρνει και σε σηκώνει».