ΒΙΒΛΙΟ

Αυτοκτονώντας κάθε νύχτα και από λίγο

Ο Χέμινγουεϊ αυτοκτόνησε το 1961. Λένε πως αιτία ήταν η ανικανότητά του να γράψει κάτι που να αξίζει. Ο Νόρμαν Μέιλερ είχε μιαν άλλη εξήγηση...

Το γράψιμο είναι ταξίδι, λένε. Το γράψιμο είναι μαγεία. Ο κύριος Γκρι χαμογελάει ειρωνικά όταν ακούει τέτοιες κοινοτοπίες. Γι’ αυτό διασκέδασε όταν έπεσε πάνω σε συνέντευξη που έδωσε ο Νόρμαν Μέιλερ, λίγα χρόνια προτού πεθάνει, στον σημαντικό Σκωτσέζο μυθιστοριογράφο και δημοσιογράφο Αντριου Ο’ Χάγκαν. Εκεί, ο συγγραφέας των «Γυμνών και των νεκρών» παρομοιάζει τους μυθιστοριογράφους με ορειβάτες. 

«Για πολύ, πολύ καιρό, μία από τις βασικές μου θεωρίες», λέει ο γηραιός μα δαιμόνιος Μέιλερ, «είναι ότι κάπου εκεί έξω βρίσκεται ένα μυστηριώδες βουνό που ονομάζεται πραγματικότητα. Εμείς οι μυθιστοριογράφοι πάντοτε προσπαθούμε να το σκαρφαλώσουμε. Είμαστε ορειβάτες και το ερώτημα είναι: με ποιον τρόπο του επιτίθεσαι; Οι προσεγγίσεις διαφέρουν ανάλογα με το άτομο, κάποιοι αποζητούν ένα περίπλοκο και περίτεχνο εσωτερικό ύφος. Αλλοι απαιτούν μεγάλη απλότητα. Το θέμα είναι πως το ύφος συνιστά επίθεση ενάντια στη φύση της πραγματικότητας». 

Σε ένα άλλο σημείο, πάλι, ο Μέιλερ επιστρέφει στην ιδέα του εξερευνητή. «Εάν γράφεις ένα καλό μυθιστόρημα (σ.σ. ο Μέιλερ εδώ δεν λέει «ένα μυθιστόρημα» γενικά και αόριστα, αλλά ένα ΚΑΛΟ μυθιστόρημα) τότε είσαι εξερευνητής – μπαίνεις σε κάτι του οποίου το τέλος αγνοείς, όπου το τέλος δεν είναι δεδομένο. Αυτό που σε κάνει να συνεχίζεις είναι ένα μείγμα απελπισίας και έξαψης. Ετσι όπως το βλέπω, δεν αξίζει τον κόπο να γράφεις μυθιστόρημα, εκτός και αν αντιμετωπίζεις κάτι στο οποίο οι πιθανότητες της επιτυχίας σου δεν είναι σίγουρες. Μπορεί να αποτύχεις. Παίζεις τζόγο με τα ψυχικά σου αποθέματα». 

Αυτά τα ψυχικά αποθέματα εξάντλησε μάλλον ο Χέμινγουεϊ. Λένε πως η αιτία για την αυτοκτονία του ήταν πως στα εξήντα δύο του ήταν ανήμπορος να κατεβάσει μια γραμμή της προκοπής.

«Πάρ’ το απόφαση», λέει ο Μέιλερ, «όταν είσαι μυθιστοριογράφος, πηγαίνεις ένα εξαιρετικά επικίνδυνο ψυχολογικό ταξίδι το οποίο μπορεί να γυρίσει άσχημα εναντίον σου».

Ο Μέιλερ είχε μια θεωρία ως προς το πολυσυζητημένο τέλος του Χέμινγουεϊ: «Είχε μάθει από νωρίς στη ζωή του ότι όσο περισσότερο προκαλούσε τον θάνατο, τόσο πιο υγιές ήταν αυτό για τον ίδιο». Ο Μέιλερ κατέληξε σε ένα σενάριο: κάθε βράδυ, αφού καληνύχτιζε τη γυναίκα του, ο Χέμινγουεϊ πήγαινε στο δωμάτιό του, έχωνε την κάννη του όπλου στο στόμα του και με τον αντίχειρα πίεζε απαλά μα τρέμοντας τη σκανδάλη, προσπαθώντας να δει πόσο μπορούσε να πιέσει τη σκανδάλη χωρίς το όπλο να εκπυρσοκροτήσει. Την τελευταία νύχτα της ζωής του το παρατράβηξε. Κατά τη γνώμη μου, αυτό το σενάριο έχει πιο πολύ νόημα από το ότι αποφάσισε να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα». 

Ωραία ιδέα για διήγημα, σκέφτεται ο κύριος Γκρι. Να έγινε άραγε έτσι; Ο Μέιλερ δεν αφήνει πολλά περιθώρια σε «μαγείες» και «ταξίδια»: «Δεν είναι παρά μια θεωρία. Το γεγονός είναι ότι ο Χέμινγουεϊ αυτοκτόνησε».