ΒΙΒΛΙΟ

Και η ζωή ενώ τέλειωνε, έτσι θα ξαναρχίσει

kai-i-zoi-eno-teleione-etsi-tha-xanarchisei-561206005

Καθόμαστε στο γραφείο με απόσταση. Το παράθυρο δίπλα της είναι ανοιχτό. Στο δωμάτιο είναι ουσιαστικά μόνη της. Εγώ την ακούω και την παρατηρώ από απέναντι. Εχει πέσει το σούρουπο. Ενα μικρό φωτιστικό φέγγει, αλλά είναι εκείνη τη στιγμή, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το σκοτάδι πέφτει τόσο βαθύ, που μας πλημμυρίζει. Δεν προνόησα να ανοίξω την κεντρική λάμπα και τώρα για λίγο μένουμε σιωπηλές στο «σκοτάδι». Εκείνη στρέφει το πρόσωπό της κοιτάζοντας έξω, ψάχνει να συναντήσει το φως που δύει. Την κοιτάζω και στο μυαλό μου έρχεται η Βιρτζίνια Γουλφ στο βιβλίο της «Ο θάνατος της νυχτοπεταλούδας» (εκδ. Αγρα, μτφρ. Παλμύρα Ισμυρίδου). «Πώς στέκεται και παρατηρεί τη σύντομη ζωή ενός τόσο μικρού εντόμου λίγο πριν περάσει στην οριστική ανυπαρξία». Πόσες φορές την έχει απασχολήσει ο θάνατος. Η ζωή της πάντα έχει παρόν και το αθέατο τρίτο πρόσωπο. Να του ξεφύγει, να το φλερτάρει, να το ξεχάσει. Εχει φτάσει σε ένα σημείο που μοιάζει σαν να μην έχει νόημα άλλο να προσπαθεί. Οσα έχει κάνει έφτασαν σε μια ματαιότητα. Πάλευε, πάλευε, όπως αυτή η μικρή νυχτοπεταλούδα, και πάντα κάτι τη νικούσε. Ο χρόνος. Ο κόσμος. Η ματαίωση. Τα εξωτερικά εμπόδια. Το ότι δεν είχε τη ζωή που θα ήθελε να έχει, από την πρώτη μέρα που γεννήθηκε. Κι όμως ήθελε να επιβληθεί σε όλους και σε όλα. «Η νυχτοπεταλούδα είχε κάτι το αξιοθαύμαστο και συγχρόνως αξιολύπητο. Ηταν σαν να είχε πάρει κάποιος μια μικροσκοπική σταγόνα από την καθαρή ουσία της ζωής και αφού τη στόλισε, όσο το δυνατόν πιο ανάλαφρα, με φτερά και πούπουλα, την έβαλε να χορεύει και να πετάει με γωνιώδεις ελιγμούς, θέλοντας να μας δείξει την αληθινή της φύση».

Οι σκέψεις της πετάνε συνεχώς ανάμεσα στο τι έχει και στο τι θα μπορούσε να έχει. Κολλημένη στο τζάμι σαν μικρή νυχτοπεταλούδα, γίνεται αντικείμενο παρατήρησης του εαυτού της και των άλλων, ξεχνώντας ότι η ζωή διαρκεί μόνο μία μέρα, όσο και η ζωή αυτού του μικρού εντόμου που με τόση λύπη παρακολουθούσε η συγγραφέας. 

Πάντα το βλέμμα της πέφτει σε όσους και όσα δεν έχει. Και σε όσους και όσα έχουν κερδίσει περισσότερα. Υπάρχουν πάντα κάποιοι που θα τους λυπηθεί. Υπάρχουν και αυτοί που την έχουν ξεπεράσει, αυτό σπάνια συγχωρείται, ιδίως από τον εαυτό της. 

Και τώρα κάθεται με το βλέμμα στραμμένο έξω, μέσα στο ημίφως, εκεί που καμία δραστηριότητα δεν λαμβάνει χώρα, καμία παιδική φωνή δεν ακούγεται, ο φόβος ψυχρός αέρας που μπαίνει στο κλειστό δωμάτιο μέσα στον χειμώνα. Είναι εκτεθειμένη. Δεν μπορεί να κλείσει το παράθυρο, αν το κλείσει κινδυνεύει περισσότερο. Αν το ανοίξει κρυώνει. Και φοβάται. Καμία μου λέξη δεν μπορεί να την προστατεύσει. «Ο άνθρωπος έχει την τάση να ξεχνάει τι είναι η ζωή, όταν τη βλέπει σκυφτή, βασανισμένη, στολισμένη και γεμάτη εμπόδια, αναγκασμένη να προχωράει με τη μέγιστη περίσκεψη και αξιοπρέπεια. Για άλλη μια φορά, η σκέψη τού τι θα μπορούσε να είναι η ζωή της νυχτοπεταλούδας, εάν είχε έρθει στον κόσμο με οποιαδήποτε άλλη μορφή, σε έκανε να βλέπεις τις απλές δραστηριότητες με κάποια λύπηση». 

Στεκόμαστε πάλι στη σιωπή. Εγώ απέναντι σε εκείνη. Τι καταφέραμε τόσα χρόνια; Να που όσα προσπαθήσαμε να χτίσουμε, τώρα γκρεμίζονται. Θα προτιμούσα να μη μιλάμε, μου λέει. Θυμάμαι πόσο δύσκολο ήταν να μείνεις στη σιωπή, της λέω. Τότε όμως είχα πράγματα να πω ή νόμιζα πως είχα. Είχα αυτό τον αγώνα που λέγεται ζωή, πάλευα να χτίσω σχέσεις, να μεγαλώσω τα παιδιά μου, να κερδίσω από τη δουλειά μου, να εξελιχθώ, να ελέγξω την πραγματικότητα, να πάρω χαρά, να πάρω αγαθά, να πάρω, να πάρω, να πάρω. Τώρα για πρώτη φορά φαίνεται ότι δεν περνάει τίποτα από το χέρι μου. Τώρα ό,τι είναι να πάρω είναι μια απλή δραστηριότητα, να πάρω απόσταση. Από τα πράγματα, από τους ανθρώπους, να πάρω χρόνο. Να πάρω απόσταση από τον εαυτό μου. 

Για αυτό κάθισες εκεί απέναντι; Κάθισα για πρώτη φορά εκεί που πάντα κάθονταν οι άλλοι. Και τι βλέπεις;

Ο ήχος του πιο γλυκού τραγουδιού συνεπαίρνει τα αυτιά μας. Την ξέρεις αυτή τη μουσική; με ρωτάει. Δεν έχω ιδέα, απαντώ. Είναι ο ήχος του κότσυφα. Ο κότσυφας έχει το πιο γλυκό τραγούδι του κόσμου, είναι όμως στα αλήθεια ένα άσχημο πουλί. Δεν είναι για λύπηση και αυτός;
Σαν μέσα σε αντανάκλαση, η όψη μας μειδιά την ίδια στιγμή. Ποιος θα λυπηθεί ποιον; Εγώ θα λυπηθώ τον κότσυφα ή ο κότσυφας εμένα; Μόνον γκρίνια και κλάμα, και αγωνία και φόβο έχω για τραγούδι. Τι κι αν πάτησα στο φεγγάρι, αυτή τη στιγμή είμαι το πιο φοβισμένο ζώο σε ολόκληρο τον πλανήτη. 

Κλείνουμε τα μάτια για δευτερόλεπτα και ακούμε το κελαρυστό τραγούδι. Ο «άσχημος» κότσυφας γεμίζει το δωμάτιο. Φωτίζει την ύπαρξή μας, παρηγορεί τον φόβο μας. Εγώ και ο απέναντι εαυτός μου παραδίδεται στο τρυφερό τραγούδι του. Πήραμε απόσταση τόσα χρόνια από τόσα πολλά είδη στη φύση. Ενώ από τον εαυτό μας έπρεπε να παίρνουμε αποστάσεις. Οπως τώρα. Να τον παρατηρούμε. Να τον κοροϊδεύουμε. Να τον μικραίνουμε λιγάκι. Και κάπως να τον παρηγορούμε σαν μικρό παιδί. 

Κρυώνεις ακόμα;

Ο κότσυφας μέσα από τη μαγική φωνή του μας παρέδωσε στην αγκαλιά της σιγαλιάς, μας χαϊδεύει με την πούδρα της νύχτας. Ψάχνει το θηλυκό του. Να σμίξει μαζί του. Το απογευματινό του τραγούδι αναζητά γλυκά την αγαπημένη του. Και η ζωή ενώ τέλειωνε, έτσι θα ξαναρχίσει.
Καλή χρονιά.