ΒΙΒΛΙΟ

Με τα δάχτυλα γαμψά σαν κόμματα

me-ta-dachtyla-gampsa-san-kommata-2031598

ΑΝΤΡΙΑΝΑ ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΥ
Ξένη, ξένο, ξενιτιά
μτφρ. – επίμετρο: Κατερίνα Ηλιοπούλου
εκδ. Μελάνι

Ελληνικές και ιταλικές ρίζες, Βιετνάμ, Ταϊλάνδη, Κονέκτικατ (ΗΠΑ), Ελλάδα: καθηγήτρια της αγγλικής γλώσσας και λογοτεχνίας, κάτοικος της χώρας των προγόνων της από την πατρική πλευρά αλλά γράφοντας ποίηση σε γλώσσα άλλη από τη δική τους, η σύγχρονη αγγλόφωνη ποιήτρια Αντριάνα Καλφοπούλου πραγματεύεται συμφιλιωτικά καταστάσεις σκληρότητας και οδύνης, δικαιώνοντας μια ποίηση – κατευναστή. «Το τραύμα, ένα μάτι» είναι ο χαρακτηριστικός για τη στάση της τίτλος και ο πρώτος στίχος ενός από τα ποιήματα. Στον ήπιο μα καθόλου μαλθακό τόνο των ποιημάτων που επέλεξε να ανθολογήσει και να μεταφράσει η Κατερίνα Ηλιοπούλου αποτυπώνεται μια διάθεση θετική. Την αποδεικνύει και πλήθος στίχων που αποπνέουν χαρά, γήινες απολαύσεις και καθημερινές ηδονές, εμφανώς συνυφασμένες με την Ελλάδα.

Δυο γιαγιάδες, μια Ελληνίδα και μια Ιταλίδα, καθώς και μια μαχητική Αμερικανίδα φεμινίστρια του 19ου αιώνα, η Μάργκαρετ Φούλερ, πρωταγωνιστούν στα ποιήματα. Με θεραπεύτριες τις γριές από τη Μεσόγειο, που προβάλλουν ως ακλόνητες γέφυρες κατάφασης ανάμεσα σε τραυματικά βιώματα και μελλοντικές επιτεύξεις, σε πολιτισμούς και ηπείρους, σε ιστορίες και Ιστορία, επιτυγχάνονται επουλώσεις. Η ταυτότητα που προτείνει η Καλφοπούλου είναι σύνθετη. Δεν στερείται συγκρουσιακής περηφάνιας για το επίμονο αίμα του μετανάστη – και της γυναίκας του μετανάστη: «Ο εραστής μου λέει πως τα λόγια μου τον καταπιέζουν. Κι εγώ του απαντώ πως προέρχομαι από ανθρώπους που πάσχισαν να μεταμορφώσουν ό,τι τους απειλούσε, η γιαγιά Λένα Ντιμάς (Ντιμάζε στα Ιταλικά) ζύμωνε μέχρι τα ενενήντα, με τα δάχτυλα γαμψά σαν κόμματα για να μας ταΐσει το γλυκό ψωμί…»· ούτε απωθεί το βίαιο, επαναστατημένο αίμα του πολιτικού πρόσφυγα: «Ο πατέρας μου δεν καταλαβαίνει/ πως ήρθα να ζήσω στη χώρα από όπου/ εξορίστηκε μετά τον πόλεμο».

Αυτή η ποίηση-καμβάς σιωπών και αποσιωπήσεων υφαίνεται με σαΐτα την απουσία της μητρικής γλώσσας, της «Mother Tongue» (αφού γλώσσα της Καλφοπούλου είναι τα αγγλικά) και στημόνι την ξένη/πατρική γη (αφού ελεύθερα επιλεγμένος τόπος της διαμονής της είναι η Ελλάδα). Την στοιχειώνουν η σιωπή της μάνας και η αγριάδα του πατέρα, την στίζουν τα καμπουριασμένα δάχτυλα-κόμματα της γιαγιάς, την μυρώνει το άνθος της άλλης, της γιαγιάς-πέργκολας. Στα ποιήματα «Γράμματα στο σπίτι» και «Ξένη, ξένο, ξενιτιά» δεσπόζει όμως η Φούλερ ως ποιητικό alter ego, μια Αμερικανίδα (όπως η Καλφοπούλου), που συνδέεται με τη Μεσόγειο (Ιταλία) με δική της επιλογή (έρωτας και επανάσταση), χειραφετημένη, με λόγο αρθρωμένο. Η Καλφοπούλου δανείζεται την αλληλογραφία της με τον –επίσης Αμερικανό– ποιητή Εμερσον «που δεν καταλαβαίνει γιατί παραμένεις εν μέσω ψωμιού και σταφυλιών… και οδύνης. Εξηγείς επιθυμώ τα ανθρώπινα πλάσματα να αγαπούν. Εχω πολλά/ να κάνω και να μάθω στην Ευρώπη. Σκέφτομαι πως έχω βρει εδώ τη θέση μου».

Στρέφοντας, κατόπιν, τον εκλεπτυσμένο από τη διαπραγμάτευση της δύσκολης ταυτότητάς της ποιητικό φακό στις ξένες γυναίκες που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα, μας δίνει ένα σπουδαίο σπονδυλωτό, πολυφωνικό ποίημα με τίτλο «Βαλκάνιες φωνές» (Γιόφκα, Ταμάρα, Νατάλια, Βάνια). Αν τα ελληνικά εκπαιδευτικά curricula συμπεριλάβουν κάποτε ένα ποίημα σαν κι αυτό στη «διδακτέα ύλη», η Ελλάδα θα έχει κάνει ένα μικρό βήμα προς τον εαυτό της: τον καθημερινό και αντιφατικό, που τραβά ρίζες και αίμα από ποικίλους τόπους και πολλές γλώσσες, ανοιχτός σαν τραύμα και αποσιωπημένος, σαν θαύμα και σαν τραύμα επίσης.