ΒΙΒΛΙΟ

Πολ Οστερ: «Κανείς δεν πιστεύει στο μέλλον πια»

oster3
oster1
oster4

«Αγαπητέ κύριε Οστερ. Περιφέρομαι άσκοπα στη γειτονιά σας στο Μπρούκλιν, με ένα πακέτο τουρκικά πουράκια στο χέρι, περιμένοντας εις μάτην να σας δω κάπου. Διαπίστωσα ότι αυτή η μέθοδος δεν έχει αποτέλεσμα, οπότε αν διαβάσετε το μήνυμά μου παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μου στο κάτωθι email».

Αυτήν την ευγενική –φωτοτυπημένη σε δεκάδες αντίτυπα– ανακοίνωση είχε κολλήσει σε κολώνες του ηλεκτρικού ένας Τούρκος φοιτητής Ιατρικής στην Αμερική, φανατικός θαυμαστής του συγγραφέα. Ο Οστερ διάβασε την παράκλησή του και του απάντησε να αφήσει τα πουράκια σε ένα κοντινό καφέ. Ετσι άρχισε μια μακρά αλληλογραφία μεταξύ τους.

Οι Ελληνες θαυμαστές του στάθηκαν πιο τυχεροί χθες. Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών τον προσκάλεσε για μια συζήτηση και έτσι δεν χρειάστηκε να σκαρφιστούν τέτοια τεχνάσματα, αλλά χρειάστηκε να περιμένουν πολλή ώρα στην ουρά για τα δελτία εισόδου, καθώς η προσέλευση ήταν μεγάλη. Η αναμονή άξιζε τον κόπο. Δεν είναι λίγο να νιώθεις ότι, πάνω στη σκηνή, δίπλα στον αγαπητό συνάδελφο Ηλία Μαγκλίνη (επίσης συγγραφέα), βρίσκεται ένας ζωντανός θρύλος της σύγχρονης λογοτεχνίας και σας χωρίζουν μόνο μερικά μέτρα. Οταν στο τέλος της συζήτησης κάποιος τον αποκάλεσε έτσι, εκείνος είπε: «Ξέρω τη ζωή μου εκ των έσω. Και ό,τι μου λένε απέξω, δεν εγγράφεται, προσπερνά», αποκαλύπτοντας μια πτυχή γήινη, την πετριά του, γεμάτη ταπεινοφροσύνη και εσωστρέφεια. Από την άλλη, παραδέχθηκε ότι κουβαλάμε πάντα μαζί μας τους ήρωες των βιβλίων που μας άρεσαν. Γιατί λοιπόν –αναρωτιόμαστε εμείς– να μην αισθανόμαστε την ίδια έγνοια και για τους συγγραφείς, εφόσον αυτοί εμφανίζονται μπροστά μας με σάρκα και οστά;

Ντυμένος απλά σε τόνους γκρι, άμεσος και αληθινός, ο Πολ Οστερ αποκάλυψε ότι μπορεί να είναι πολιτικός και ανθρώπινος μαζί. Μίλησε για τα πάντα: από τα παιδικά του βιώματα ώς τη σημερινή Αμερική, τους πολύπλοκους βίους μας, τον πόνο της απώλειας, τον φόβο του θανάτου, τη νέα ηθική που πρέπει να αποτελέσει το ζητούμενο των ανθρώπων. Και βέβαια τα βιβλία του, τις ιστορίες, τους ήρωές του, αυτήν την αλλόκοτη στιγμή που ξαφνικά γεννιέται η αφήγηση στο κεφάλι του.

Χαρακτήρισε τη συγγραφή σαν μια μουσική σύνθεση, ίσως μια φούγκα, κατά την οποία τα μοτίβα επανέρχονται. «Συλλαμβάνω τον ρυθμό, σχεδόν πριν από την υπόθεση», τόνισε.

Να, ορισμένα αποσπάσματα, που ξεχώρισαν μέσα από τα λεγόμενά του και αναφέρονται με έμμεσο ή άμεσο τρόπο στα μυθιστορήματά του: «Οπωσδήποτε ο φόβος της απώλειας των προσφιλών μας προσώπων είναι ο πιο τρομακτικός. Εδώ που τα λέμε, πόσους ανθρώπους καταφέρνουμε να αγαπήσουμε βαθιά στη ζωή μας. Τέσσερις; Εξι; Δέκα;». Για την πατρίδα του την Αμερική αλλά και για τον κόσμο μας σήμερα, είπε πως είναι προφανές ότι κάτι πάει στραβά και πως όλοι το αντιλαμβάνονται. «Κάτι δεν λειτουργεί, είναι ελαττωματικό» και αυτός είναι ο λόγος που τόσοι νέοι βγαίνουν στους δρόμους. «Κανείς δεν πιστεύει στο μέλλον πια. Ισως να χρειαζόμαστε έναν καινούργιο Μαρξ».

Σε άλλο σημείο της συζήτησης είπε ότι οι συνθήκες της ζωής μας όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα, με την τεχνολογία και την παγκοσμιοποιημένη οικονομία, δεν μας έχουν κάνει πιο ευτυχείς, απλώς έχουν επιταχύνει τους ρυθμούς. «Είναι σαφές ότι οι άνθρωποι αναζητούν κάτι πέρα από το χρήμα. Και είναι σαφές σήμερα ότι την τελευταία λέξη την έχει το χρήμα».

Ο συγγραφέας της τριλογίας της Νέας Υόρκης παραμένει ψηλός, με αυτήν την ξεχωριστή βαθιά φωνή, που εξακολουθεί να είναι υποβλητική παρά το ότι δεν καπνίζει πια πούρο αλλά ηλεκτρονικό τσιγάρο (το είχε μαζί του και προς επίρρωσιν των λόγων του τράβηξε μια ρουφηξιά). Γοητευτικός όσο και τα βιβλία του, απέδειξε ότι καλογερνάει και γίνεται ακόμα πιο συμπαθής. Οχι μόνο από τις σελίδες των βιβλίων του με το πλήθος των αυτοβιογραφικών αναφορών. Αλλά και από κοντά.