ΒΙΒΛΙΟ

Ενας γεμάτος Νοέμβρης μέσα από διπλή ματιά

Ενας γεμάτος Νοέμβρης μέσα από διπλή ματιά

«Ο Νοέμβριος δεν είναι μόνο ένας μήνας. Είναι μια αίσθηση-κύμανση της ψυχής, συχνότητα και τόνος. Τα πράγματα θαμπώνουν, σκοτεινιάζουν, πριν αναγεννηθούν. Είναι φορτισμένος μήνας πολιτικά – ως Νοέμβρης αλλά και ως Νοέμβριος. Ο καιρός επιδεινώνεται αλλά και σταθεροποιείται – μπαίνει ο κανονικός χειμώνας. Που σημαίνει εσωστρέφεια, παλτό, άμυνα, στοχασμός, μνήμη, ειρωνεία, φωτιά κι εκπνοή. Περισυλλογή και προσδοκία. Είναι μια μοιραία μετάβαση. Ενας μετεωρισμός. Κλείσιμο λογαριασμών και αναδρομική νοηματοδότηση».

Ιδού γιατί επέλεξε τον τίτλο «Νοέμβριος» για τη νέα-ένατη συλλογή διηγημάτων του (εκδόσεις Πατάκη) ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, λίγο πριν από τον «Δεκέμβρη» της ζωής του, όπως λέει, σε μια ηλικία (έκλεισε τα εξήντα) που εκτιμάς την υπεραξία του δευτερόλεπτου, βλέπεις με διπλό μάτι τη ζωή, γίνεσαι οικείος με τα μικρά, αξιολογείς τη σημασία του ελάχιστου. Οχι ότι τα προσπερνούσε ποτέ το λογοτεχνικό του βλέμμα.

Τα ασήμαντα, περιτρίμματα της καθημερινής βιοτής, τα αθέατα, πυροδοτούσαν τα διηγήματά του. Ετσι κι εδώ. Παίρνει τα μικρά και, με τα αποστάγματα του βίου, της δημοσιογραφικής άσκησης και της συγγραφικής του μαστοριάς, τα μεταπλάθει σε συμπυκνωμένες φόρμες άλλοτε για να υμνήσει, άλλοτε για να καταγγείλει πρόσωπα και γεγονότα της μνήμης και της λήθης, της Θεσσαλονίκης και της μακεδονικής ενδοχώρας.

Ο «Νοέμβριος» είναι ιστορίες που έζησε, που άκουσε, που επινόησε, που ήθελε να είχε πει, εξηγεί στην «Κ». Κάποια από αυτά που έκανε κι εκείνα που δεν μπόρεσε. Οσα φαντάστηκε. Οσα ήρθαν κι όσα διέφυγαν λοξά και επιστρέφουν, τώρα, στα εξήντα, να γίνουν τριάντα τρία διηγήματα «αυθύπαρκτα, κοφτές αφηγήσεις, πυρήνες, θραύσματα θραυσμάτων. Ακρωτηριασμένες, πυκνωμένες μνήμες και αναζητήσεις, κολοβές, που ολοκληρώνονται μέσα στον λειψό εαυτό τους, με αντανακλάσεις, σιωπές κι εκρήξεις».

Η φλόγα της ζωής

Στον «Νοέμβρη» του βίου υπάρχουν στοιχεία που προκαλούν δέος, έμπνευση, έκπληξη, σπίθες που κρατούν ζωηρή τη φλόγα της ζωής και της συγγραφής;

«Κοιτάζω πέριξ με ένα μάτι παιδικό και με ένα μάτι εξήντα χρόνων. Το πρώτο βλέπει με θάμβος, με δέος, με αέναη έκπληξη, τα πάντα καταυγάζονται από κάποια μοναδικότητα, από κάποιαν ιερότητα. Το άλλο μάτι βλέπει μορφωμένα, σοφά, λόγω ηλικίας και φθοράς, δύσπιστα, δηλαδή αποστασιοποιημένα, κάπως ειρωνικά. Πρόκειται για διπλή όραση. Μέσω του πρώτου ματιού εισέρχεται η έμπνευση – βλέπω τον κόσμο γύρω να φωσφορίζει, υπερούσιος. Αέναα καινούργιος, τρομαχτικός και σαγηνευτικός. Το κάθε τι περιέχει ένα μοναδικό νόημα, απολιόρκητο ακόμη. Με το σοφό μάτι, δηλαδή τη γνώση και την εμπειρία, απομυθοποιώ, αποφλοιώνω, αντιρροπώ. Ετσι οι αφορμές είναι άπειρες, ο ίλιγγος μεγάλος, αλλά και οι φρένες κάνουν τη δουλειά τους. Οταν μεσολαβούν άλλες δυνάμεις, εσώτερες, σκοτεινές, μαζί με το ένστικτο, που θέλει να πάει τα πράγματα λίγο παραπέρα, πιο βαθιά, πιο ψηλά. Ν’ ανοίξει ορύγματα».

Με κάθε είδος γραφής, είτε είναι μυθιστόρημα είτε διήγημα. Εξίσου τον γοητεύει κάθε αφήγηση αλλά «μόνο ένα διήγημα ή ένα ποίημα μπορεί να είναι εξαίσιο. Να το νιώσω ως εξ ολοκλήρου εξαίσιο, λόγω μικρού εμβαδού, αφαίρεσης και πύκνωσης. Χωρίς ούτε μια λέξη παραπάνω. Στη μεγάλη αφήγηση, όσο έξοχη και να είναι, πάντα θα υπάρχουν παραγεμίσματα, απλές μεταβάσεις ή φάσεις λογικής χαλαρότητας».

Η δημοσιογραφία

– Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία ενός διηγηματογράφου, η έμπνευση ή το κτίσιμο των λέξεων;

– Και τα δύο. Ουσιαστικά συνυπάρχουν, εξελισσόμενα χιαστί – αν και η έμπνευση είναι ατάσθαλη, δεν χειραγωγείται, δεν ελέγχεται όπως η γνώση των μέσων και της τεχνικής. Και υπάρχει, πάντα, σε όλους, κι αυτό που λέμε «τάλαντο», χωρίς να ξέρουμε τι εννοούμε. Δηλαδή δυνάμεις που δρούνε εντός, στα άφεγγα μέρη, στο ασυνείδητο, στον πιο βαθύ πυρήνα της υπόστασης. Ισως χάρισμα, αλλά μάλλον εφιάλτης – μια εγρήγορση σχεδόν ψυχαναγκαστική, απαρηγόρητη, αλλά κι η αγωνία, ταυτόχρονα, για το ύφος, τη διαστολή της υπεραξίας των λέξεων.

– Η δημοσιογραφία βοηθάει στην τεχνική της συμπύκνωσης ενός λογοτεχνικού κειμένου;

– Είναι αλήθεια πως η εντρύφηση στο μονόστηλο ή στο δίστηλο είναι μια βασική διδαχή. Το πιο σημαντικό όμως που σου μαθαίνει η συναναστροφή με τη δημοσιογραφία είναι τα ανοιχτά μάτια και τα αυτιά, η επαγρύπνηση, η συνομιλία με την κοινωνία. Η εκπαίδευση να εργάζεσαι σε συνθήκες υψηλότατης πίεσης. Σε βοηθάει να ξεπεράσεις τον αισθητισμό, την απεραντολογία και τον ακκισμό. Σε βγάζει στον άγριο δρόμο, στην όντως ζωή, όπου βρίσκεται η πραγματική ποίηση.

Τα δαιμόνια και η κρίση

– Το συμπυκνωμένο ελάχιστο διήγημα αγγίζει την ποίηση;

– Σίγουρα, αλλά και κάθε σημαντικό έργο, ασχέτως έκτασης, δεν είναι πραγματικά μεγάλο, αν δεν σαλεύει εντός του, βαθιά, έστω δυσδιάκριτα, το σκοτεινό ζώο της ποίησης. Αλλιώς είναι απλά η επιφανειακή εξιστόρηση ενός περιστατικού, ή μιας υπόθεσης. Ο κίνδυνος είναι, βέβαια, απ’ την άλλη, να υπερισχύσει η ποιητικότητα, οπότε παραφθείρεται και νερουλιάζει η αφήγηση, χάνεται η κράση και το σθένος.

– «…Πόθησα την απόλαυση του συμπυκνωμένου ελάχιστου… θυμήθηκα τον παππού μου που, επί ώρες, έπινε μιαν ολόκληρη νταμιτζάνα ούζο… γλείφοντας μόνο το κεφάλι ενός παστωμένου τσίρου», διαβάζουμε σε ένα από τα μικρότερα διηγήματα. Η κρίση βοηθάει να επανεκτιμήσουμε την αξία του ελάχιστου, αυτό που προσπερνούσαμε στα χρόνια της ευμάρειας;

– Η οικονομική κρίση σπάνια διδάσκει – συνήθως αποχαλινώνει χαλεπές δυνάμεις και κακά δαιμόνια που υπνώττουν στην ευημερία και την επάρκεια. Το βλέπουμε γύρω μας. Εκείνοι που όντως διδάσκονται, πράγματι, επανεκτιμούν το ελάχιστο, το βασικό, το στοιχειώδες, που ξαναγίνεται ιερό. Επανατοποθετούν τα πράγματα, ξαναβάζουν τις σωστές ιεραρχήσεις. Καταλαβαίνουν αυτό που παθαίνεις όταν ξαφνικά αρρωσταίνεις: αρχίζεις, ξαφνικά, να εκτιμάς πολλά ευτελή, που πριν περιφρονούσες. Το να μπορείς, ας πούμε, να φας ένα κομμάτι φρέσκο ψωμί – θυμήθηκα, τώρα, τον Νερούντα που έγραψε για τη γυναίκα του: «Είσαι για μένα ουσιώδης, σαν ένα ψωμάδικο».

Τρόμος και γέλως

– Σε μια εποχή όπου κυριαρχούν οι λέξεις της τεχνοκρατικής, της φεϊσμπουκικής και της λαϊκίζουσας γλώσσας, η λογοτεχνία είναι παρηγοριά;

– Η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, δεν είναι μόνο παρηγοριά. Είναι ίσως και η υψηλότερη απόλαυση, είναι συγκίνηση, τρόμος αλλά και γέλως. Καγχασμός, ακόνισμα όρασης, αντι-διδαχή, δηλαδή διδαχή της σχετικότητας και της ειρωνείας των πραγμάτων, τορπίλη στην όποια ολοκληρωτική αντίληψη. Βαθύτερη, τελικά, αυτοσυναίσθηση, μάθημα συγκατάβασης μέσα από την αναπάντεχη πολλαπλότητα της προσέγγισης ενός άλλου. Διαστολή του κόσμου. Αποκάλυψη και καταβύθιση. Ενα σύμπαν μαγγανείας, παράλληλο, μεν, αυτόνομο, αλλά και τόσο δικό μας. Πεντόσταγμα της ψυχής από την ψυχή μας, ίσως ιαματικό, από τον μάταιο και συναρπαστικό μας βίο. Η σκιά μας που ταξιδεύει, πια, πέρα από μας, ψάχνοντας για συνταξιδιώτες που θα την ξανασαρκώσουν.