ΒΙΒΛΙΟ

Ιαν Φλέμινγκ: Στην Τζαμάικα «γεννήθηκε» ο Μπόντ

ian-flemingk-stin-tzamaika-gennithike-o-mpont-2087015

Ο Σον Κόνερι, κρυμμένος πίσω από θάμνους, παρακολουθεί την Ούρσουλα Αντρες να βγαίνει από τη θάλασσα με το θρυλικό λευκό της μπικίνι. Είναι η κλασική σκηνή από το «Dr No» (1962), την ταινία που έφερε τον Τζέιμς Μποντ στον κινηματογράφο. Στα γυρίσματα ήταν παρών και ο «πατέρας» του ήρωα, ο Βρετανός συγγραφέας Ιαν Φλέμινγκ – απόλυτα λογικό, γιατί η εξωτική παραλία όπου γυρίστηκε η σκηνή ήταν δυο βήματα απ’ το σπίτι του. Στη διάρκεια των τελευταίων 18 χρόνων της ζωής του, ο Φλέμινγκ συνήθιζε να περνά 2 μήνες ετησίως σε μια παραθαλάσσια κατοικία, το «Goldeneye», στις βόρειες ακτές της Τζαμάικα. Εκεί εμπνεύστηκε τον Μποντ και εκεί έγραψε όλα τα βιβλία του. Μια καινούργια βιογραφία του («Goldeneye: Where Bond was Born: Ian Fleming’s Jamaica» του Μάθιου Πάρκερ) φωτίζει την ιδιαίτερη σχέση του με το νησί, από την οποία και προέκυψε το «πιο ισχυρό όπλο στην υπηρεσία της Αυτής Μεγαλειότητος».

Για πρώτη φορά ο Φλέμινγκ επισκέφτηκε την Τζαμάικα το 1943, σε αποστολή με το πολεμικό ναυτικό της Βρετανίας – στο οποίο υπηρέτησε στον τομέα της αντικατασκοπίας. Ενιωσε αμέσως έλξη για το νησί και υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι μετά τον πόλεμο θα αγόραζε ένα σπίτι εκεί. Ο τόπος θα τον βοηθούσε να εμπνευστεί και να γράψει ένα βιβλίο. Πράγματι, το 1946 (και ενώ εν τω μεταξύ είχε πιάσει δουλειά στους Sunday Times) εντόπισε μια έκταση κοντά στην πόλη Ορακαμπέσα, έναν τόπο γεμάτο μπανανόδεντρα και ψηλούς θάμνους, πάνω από έναν κολπίσκο με χρυσή άμμο – του κόστισε μόλις 2.000 λίρες. Το σπίτι που έχτισε ήταν λιτό, «εργένικο», με μεγάλα παράθυρα με ξύλινες περσίδες στην μπροστινή πλευρά. Ενας από τους πρώτους επισκέπτες του, ο συγγραφέας Πάτρικ Λι Φέρμορ, το χαρακτήρισε πρότυπο για τους Τροπικούς, «με τα μεγάλα παράθυρα να αιχμαλωτίζουν τον αέρα, δροσίζοντας τα λευκά δωμάτια ακόμη και την πιο ζεστή μέρα».

Ερωτικό καταφύγιο

Την εποχή εκείνη η Τζαμάικα δεν είχε κερδίσει ακόμα την ανεξαρτησία της από τη Μεγάλη Βρετανία (αυτό έγινε το 1962), τα σχολεία δίδασκαν αγγλική λογοτεχνία και ιστορία και η πλειονότητα των ντόπιων υπηρετούσαν μια ελίτ Βρετανών λευκών που νοσταλγούσαν τις ένδοξες μέρες της αυτοκρατορίας – σε αυτούς προστέθηκε ο Φλέμινγκ. Αφηνε πίσω του τη μουντή μεταπολεμική Ευρώπη και, κάτω από τον ήλιο της Καραϊβικής, ζούσε μια πραγματικότητα όπου, ως Βρετανός, ήταν ακόμα αρκετά ισχυρός ώστε να πληρώνει πέντε και έξι ντόπιους για προσωπικό. Τα πρωινά κολυμπούσε στην ιδιωτική του παραλία, εξερευνούσε μανιωδώς τον βυθό, συμμετέχοντας ακόμη και σε κυνήγια καρχαριών ή μπαρακούντα. Τα απογεύματα παρατηρούσε τη φύση και τα δεκάδες είδη πουλιών (ο Μποντ, αργότερα, θα λατρέψει επίσης τα πουλιά) κι έκανε βόλτες γνωρίζοντας το νησί. Τα βράδια συναντούσε Βρετανούς ή Αμερικανούς της καλής κοινωνίας, όπως τον θεατρικό συγγραφέα Νόελ Κάουαρντ (που υπήρξε γείτονας και φίλος) και δεκάδες άλλους που άρχισαν σταδιακά να επισκέπτονται το νησί – τα Χριστούγεννα του 1949, για παράδειγμα, τα πέρασε με τον Κάουαρντ, τον φωτογράφο Σεσίλ Μπίτον και τον Αλεκ Γκίνες.

Η προσωπική του ζωή ήταν εξαιρετικά άστατη. Μοναδική σταθερή του σχέση ήταν η Αν Τσάρτερις, η οποία, αν και παντρεμένη, διατηρούσε επί χρόνια δεσμό μαζί του. Το «Goldeneye» υπήρξε κάτι σαν ερωτικό τους καταφύγιο. Τελικά, το 1952 η Αν έμεινε έγκυος, αναγκάστηκε να πάρει διαζύγιο και ο Φλέμινγκ, με τη σειρά του, αναγκάστηκε να την παντρευτεί, αποχωριζόμενος μετά λύπης του την εργένικη ζωή. Τις παραμονές του γάμου, έπειτα από έξι χρόνια στην Τζαμάικα και ενώ δεν είχε γράψει ούτε λέξη από το βιβλίο που ονειρευόταν, απομονώθηκε στο δωμάτιό του και κάθισε μπροστά στη γραφομηχανή του. Ενα μήνα αργότερα είχε ολοκληρώσει το «Casino Royale». Οσο έγραφε, δίπλα του, στο γραφείο, ήταν ακουμπισμένο το βιβλίο «Οδηγός πουλιών των Δυτικών Ινδιών», γραμμένο από έναν Αμερικανό ορνιθολόγο ονόματι… Μποντ. Τζέιμς Μποντ. «Σκέφτηκα ότι αυτό το μικρό, αντιρομαντικό, αγγλοσαξονικό και πολύ αρρενωπό όνομα ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόμουν», εξήγησε ο Φλέμινγκ στον αληθινό Μποντ, όταν αυτός επισκέφτηκε το «Goldeneye» με τη σύζυγό του.

Το «Casino Royale» πούλησε 4.700 αντίτυπα τον πρώτο μήνα της κυκλοφορίας του και τα μυθιστορήματα που ακολούθησαν βρήκαν φανατικούς θαυμαστές – ο Τζον Κένεντι δήλωσε κάποτε ότι το «From Russia with Love» είναι από τα αγαπημένα του βιβλία. Οι πωλήσεις, βέβαια, εκτοξεύτηκαν μετά τη μεταφορά του «Dr No» στον κινηματογράφο· το 1963 είχαν πια πουληθεί σχεδόν 4,5 εκατ. αντίτυπα, με τον αριθμό σήμερα να έχει ξεπεράσει τα 60 εκατ. Σε τρία από τα βιβλία του («Live and let die», «Dr No», «The man with the golden gun») η δράση εκτυλίσσεται στην Τζαμάικα. Σε όλα, όμως, υπάρχει η αύρα της, η εικόνα του εξωτικού τόπου, μια παράξενη μελαγχολία και ένα διάχυτο μελόδραμα, η αίσθηση της απρόβλεπτης περιπέτειας, της υπερβολής, της φαντασίας. Η επιρροή του νησιού στον Φλέμινγκ είναι πανταχού παρούσα στα γραπτά του.

Φλέμινγκ vs Μποντ

Η Αν, η οποία εν τω μεταξύ είχε γεννήσει τον Κασπάρ, δεν εκτίμησε ποτέ τα βιβλία του, χαρακτηρίζοντάς τα «πορνογραφικά». Πιο ψύχραιμα, ένας εκ των βιογράφων του, ο Τζον Πίρσον, σχολίασε ότι οι περιπέτειες του Μποντ αποτελούν «μια ονειρική αυτοβιογραφία». Πράγματι, ο 007 υπήρξε η ιδανική εκδοχή του δημιουργού του. Μυστικός πράκτορας, όπως και ο ίδιος, κοσμοπολίτης, περιπετειώδης, περήφανος Βρετανός – σε μια εποχή που η Αγγλία ήταν χρεοκοπημένη και η αυτοκρατορία έμπαινε σε διαδικασία αποαποικιοποίησης, ο Μποντ ήταν σημαντικός χάρη στην εθνική του ταυτότητα, διατηρώντας ζωντανή την αίγλη της πατρίδας. Σε αντίθεση με τον ίδιο, βέβαια, ο Μποντ παρέμεινε για πάντα ανύπαντρος, ένας αδέσμευτος, ασυναγώνιστος γόης. Και παρότι ήταν και αυτός καπνιστής και πότης, παρέμεινε, προφανώς, για πάντα υγιής. Δεν συνέβη το ίδιο με τον Φλέμινγκ. Αγνοώντας τις προειδοποιήσεις των γιατρών, κάπνιζε μέχρι και 70 τσιγάρα τη μέρα, πίνοντας παράλληλα μισό μπουκάλι τζιν. Πέθανε το 1964, στα 56, από την καρδιά του.

Την επομένη του θανάτου του, μια εφημερίδα της Τζαμάικα έγραψε ότι «μέσα από τα βιβλία, τις ταινίες και τα άρθρα του προσέφερε περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο ώστε η χώρα μας να κερδίσει διεθνώς μεγάλη και θετική δημοσιότητα». Η αλήθεια είναι ότι ο Φλέμινγκ έφτασε σε ένα νησί με μόλις χίλιες ξενοδοχειακές κλίνες και το βοήθησε, με την ακτινοβολία του, να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο ελκυστικούς προορισμούς παγκοσμίως. Σήμερα, οι τουρίστες που φτάνουν στην Τζαμάικα προσγειώνονται στο Διεθνές Αεροδρόμιο Ιαν Φλέμινγκ. Στη συνέχεια μπορούν να κολυμπήσουν στην «παραλία Τζέιμς Μποντ» και να μείνουν στο «Goldeneye», το οποίο πλέον λειτουργεί ως ξενοδοχείο. Ιδιοκτήτης του είναι ο Κρις Μπλάκγουελ, γιος της Μπλανς, ερωμένης του Φλέμινγκ λίγο πριν από το τέλος της ζωής του, ο οποίος αγόρασε το «Goldeneye» έπειτα από χρόνια παρακμής και το έφτιαξε από την αρχή. Στο μπαρ, με θέα τον ωκεανό, μπορείτε να πιείτε ένα μαρτίνι. Ξέρουν πώς να το φτιάχνουν.