ΒΙΒΛΙΟ

Ξερά, μαραμένα λουλούδια

13s2gri

H iστορία, λέει ο κύριος Γκρι, ξεκινάει στην Αθήνα του μακρινού 1919. Ο παππούς του, φοιτητής τότε στην Ανωτάτη Εμπορική, έχει ερωτευθεί Ρωσίδα που έχασε την οικογένειά της εξαιτίας των μπολσεβίκων, ήρθε σαν πρόσφυγας στην πρωτεύουσα και εργάζεται ως χορεύτρια σε νυχτερινό κέντρο. «Νικολάι», του λέει μιαν ηλιόλουστη Κυριακή η κοπέλα, «έλα να σε κάμω ένα καλό μπάνιο». Τον πείθει να γδυθεί και τον οδηγεί σε μια μεγάλη, βαθιά σκάφη. Το γραμμόφωνο παίζει μια μπαλαλάικα καθώς τον περιλούζει με ζεματιστό νερό. Οση ώρα τον πλένει, η πόρτα της μικρής κάμαρης είναι μισάνοιχτη. Ετσι, καθιστός και σκυφτός με τα γόνατα στο στήθος, με τη ρώσικη μουσική να χάνει στροφές, χαζεύει τη μικρή της αυλή: τις μαντζουράνες και τις αρμπαρόριζες που έχει η ίδια φυτέψει, μαζί με τους κατιφέδες, τα γεράνια και τους βασιλικούς, τοποθετημένα όλα τριγύρω σε αξιοζήλευτη τάξη, στο πέτρινο τοιχάκι, πάνω στα σκαλοπάτια και τα πεζούλια. Η εικόνα της αυλής χάνεται όταν με τον πετρελαιοτενεκέ η Ρωσίδα ξεβγάζει τις σαπουνάδες από πάνω του.

Αργότερα, μετά τον έρωτα, σε μια ξαφνική παρόρμηση, της λέει πως θέλει να την κάνει γυναίκα του. «Είσαι τόσο παιδί, Νικολάι», λέει η κοπέλα κοιτάζοντας το ταβάνι. Επειτα ξεσπά σε χάχανα. «Εγώ σου ζητώ να σε παντρευτώ κι εσύ γελάς;» Σηκώνει το χέρι του να τη χτυπήσει μα κοκαλώνει κάπου στην αρχή της μικρής διαδρομής – όπως και το γέλιο της. Παύση· η κοπέλα τού λέει ξερά να φύγει, σε λίγο θα την επισκεφθεί ένας κύριος, «ένας αληθινός άνδρας». Την ακούει και αποστρέφει το βλέμμα. Ντύνεται όπως όπως, νιώθοντας τη ματιά της να πέφτει βαριά επάνω του. Οταν κάποτε φτάνει στη δική του κάμαρη, πέφτει στο κρεβάτι μπρούμυτα, με τα ρούχα. Προτού κλείσει τα μάτια, κοιτάζει τη φωτογραφία με τα παιδιά, στη βάρκα, το τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας.

Ωσπου να τον πάρουν στρατιώτη, δεν ξαναβλέπει τη Ρωσίδα. Τη σκέφτεται πολύ όμως, σκέφτεται την ντροπή του στην απελευθερωμένη Αδριανούπολη. Εκεί, σε ένα «σπίτι» με πληρωμένα κορίτσια, ακούει στο φωνόγραφο του μπορντέλου μια μελωδία με βιολί, λαούτο και σαντούρι, που ελάχιστη σχέση έχει με τις ρώσικες μπαλαλάικες: «Μαύρα μάτια μου φως μου, μαύρο ’ναι σαν την ελιά / κι όποιος τα γλυκοφιλήσει Χάρο δεν φοβάται πια. / Αβνταντάγκιν, ωπ! / Σάλα, σάλα, μες στη σάλα τα μιλήσαμε / να σε πάρω, να με πάρεις συμφωνήσαμε».

Μήνες μετά, σε μια στάση του συντάγματός του στο Ρουφ, προτού αναχωρήσει για τη Μικρά Ασία, παίρνει δίωρη έξοδο, περπατάει μόνος ώς το Θησείο και στέκεται έξω απ’ το σπίτι της, σιάχνοντας τη στολή του. «Ενας αληθινός άνδρας», ψελλίζει. Πλησιάζοντας όμως βλέπει μια αλυσίδα περασμένη στη θύρα της μικρής αυλής. Τα λουλούδια όλα ξερά, μαραμένα. Μια γειτόνισσα που πλένει ασπρόρουχα μέσα σε μια σκάφη τού λέει ότι χωροφύλακες ήρθαν και πήραν τη Ρωσίδα χορεύτρια. «Ηταν παράνομη». Εκείνος κουνάει το κεφάλι του και χώνεται σε ένα στενό να μην τον βλέπει κανένας. «Εγώ και η ντροπή μου θα πάμε παρέα στη Μικρασία», μονολογεί. Προτού φύγει, κοιτάζει λαθραία απ’ το παράθυρο που βλέπει στον δρόμο: το γραμμόφωνό της ακόμα στη θέση του, βουβό. (Συνεχίζεται).