ΒΙΒΛΙΟ

Ανάμεσα σε δύο ιστορίες «οικογενειακές»

anamesa-se-dyo-istories-oikogeneiakes-2106195

ΡΙΚΑ ΜΠΕΝΒΕΝΙΣΤΕ
Αυτοί που επέζησαν
εκδ. Πόλις

Αγγίζει, αν δεν ξεπερνά, την ύβρι η καθυστέρηση εισόδου στην ελληνική δημόσια συζήτηση της ελληνικής εκδοχής της Σοά. Πυκνώνουν, ωστόσο, τα τελευταία χρόνια -κάλλιο αργά παρά ποτέ- οι σχετικές πρωτοβουλίες και δημοσιεύσεις, φέρνοντάς μας και απροκάλυπτα πλέον αντιμέτωπους με την αντίδραση του εγχώριου αντισημιτισμού. Η ιστορικός Ρίκα Μπενβενίστε, προερχόμενη η ίδια από τους ελάχιστους επιζώντες Εβραίους της Θεσσαλονίκης, συμβάλλει και με το νέο αυτό βιβλίο της στη συγκρότηση της πολλαπλά ακρωτηριασμένης μνήμης. Δύο από τα τρία μέρη του βιβλίου (πρώτο και τρίτο) έχουν ως αφετηρία οικογενειακά αρχεία της συγγραφέως, από την πατρική και τη μητρική πλευρά αντίστοιχα.

Το πρώτο κεφάλαιο παρακολουθεί διαδρομές Θεσσαλονικιών Εβραίων που πήραν μέρος στην ένοπλη αντίσταση ως αντάρτες. Εδώ, όπως και στο υπόλοιπο βιβλίο, πραγματεύεται πλούσιο υλικό μαρτυριών, ανάμεσα στις οποίες και το ημερολόγιο του πατέρα της, Ντικ Μπενβενίστε, που πήρε το απολυτήριό του από τη 10η Μεραρχία του ΕΛΑΣ. «Στο προσωπικό μου αρχείο κατέχω το χειρόγραφο ημερολόγιο που κρατούσε καθημερινά από τις 24 Αυγούστου του 1944 έως τις 19 Φεβρουαρίου του 1945, ημέρα της αποστράτευσής του», μας πληροφορεί διακριτικά, σε μια υποσημείωση. Γίνεται φανερή η πρόθεση της Μπενβενίστε να φανερώσει μια σειρά από ξεχωριστές ανθρώπινες ιστορίες, αναδεικνύοντας προπάντων αυτό που καθιστά την Ιστορία απαράμιλλο ανάγνωσμα: την απέραντη ποικιλομορφία χαρακτήρων, περιπτώσεων και πεπρωμένων, καθώς συμπλέκονται με την κοινή, ομοιόμορφη μυλόπετρα των μεγάλων γεγονότων.

Το τρίτο κεφάλαιο, βασισμένο σε οικογενειακή επιστολογραφία της μητρικής πλευράς, αντιμετωπίζει μιαν αντίθετη σε σχέση με το αντάρτικο όψη, εκείνη των «Εβραϊκών Συμβουλίων», τα μέλη των οποίων κατηγορήθηκαν για λάθη ή συνεργασία με τους ναζί. Η οικογένεια Σαλτιέλ, στην οποία ανήκει η μητέρα της ιστορικού (ο δικός της πατέρας Μπενίκος ήταν μέλος του «Συμβουλίου»), εκτοπίζεται στο Μπέργκεν-Μπέλσεν με το προτελευταίο από τα τρένα που αναχώρησαν για τα στρατόπεδα θανάτου (2 Αυγούστου 1943).

Σε αντίθεση με τους επιβαίνοντες στους άλλους συρμούς, τους οποίους περίμενε κατά συντριπτική πλειονότητα η μοίρα των θαλάμων αερίου αμέσως μετά την άφιξή τους στο Αουσβιτς, η ολιγομελής αυτή αποστολή έχει συγκριτικά καλύτερη τύχη. «Δεν γνωρίζω τίποτε συγκεκριμένο για τη Βαλερή, τον Μπενίκο και τα παιδιά τους τον καιρό του εγκλεισμού τους στο Μπέργκεν-Μπέλσεν», γράφει η Μπενβενίστε· δανείζεται ξένες αφηγήσεις για να ανασυστήσει αποσπασματικά αυτήν τη μνήμη. Ολη η οικογένεια αρρωσταίνει από τύφο, ο Μπενίκος πεθαίνει στις 7 Μαΐου και θάβεται στο Τρέμπιτζ. Οι επίσημες δίκες, αλλά και οι ενδοκοινοτικές διαδικασίες που διεξήχθησαν στη συνέχεια σε βάρος των ιθυνόντων Εβραίων που επέζησαν, αποτελούν επίσης αντικείμενο της έρευνάς της. «Το πιθανότερο είναι ότι εάν είχε επιζήσει ο Μπενίκο Σαλτιέλ (…) θα χρειαζόταν να δώσει εξηγήσεις για να καθαρίσει το όνομά του», σημειώνει. Νωρίτερα η Μπενβενίστε έχει υποστηρίξει πως «όλα τα Συμβούλια παγιδεύτηκαν στα δίχτυα της ναζιστικής εργαλειοποίησης της αυτοδιοίκησης».

Ανάμεσα στις δύο «οικογενειακές» ιστορίες παρεμβάλλεται το δεύτερο κεφάλαιο, που πραγματεύεται ένα συγκλονιστικό, μάλλον αγνοημένο έως τώρα υλικό: την τύχη περίπου 100 Εβραίων της Θεσσαλονίκης, που μαζί με άλλους επιζώντες των στρατοπέδων εξόντωσης παρέμειναν επί χρόνια (!) μετά τη λήξη του πολέμου σε βαυαρικό στρατόπεδο ως DPs (displaced persons), «εκτοπισμένοι άνθρωποι», σύμφωνα με τον «ευφημισμό» με τον οποίο τους χαρακτήρισε «η ουμανιστική γραφειοκρατία της μεταπολεμικής εποχής».

Παγίδευση στο γερμανικό έδαφος, διαφυγή, περιπλάνηση και εξαναγκαστική επαναφορά στο στρατόπεδο ανθρώπων που έχουν ισχυρούς λόγους να μη θέλουν να επιστρέψουν ούτε στο αφανισμένο παρελθόν τους, στη Θεσσαλονίκη βίαια, παράλογα επεισόδια ανάμεσα σε Ελληνες και Πολωνούς Εβραίους DPs «για ένα κουτί μπογιά για τα παπούτσια», μια έκρηξη, τέλος, γαμήλιων ζευγαρωμάτων και τεκνοποιίας συνθέτουν ένα ακραίο σκηνικό κατάθλιψης, απελπισίας, αλλά και εκρηκτικής αναγέννησης και ελπίδας στον μετέωρο χωροχρόνο του στρατοπέδου Φέλνταφιγκ. Το βιβλίο, σε γερμανική μετάφραση, πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Edition Romiosini του Κέντρου Νέου Ελληνισμού στο Freie Universität Berlin.