ΒΙΒΛΙΟ

Η δύναμη της ζωής

boom

Ο​​πυροβολισμός ακούστηκε ώς το σπίτι του, στην οδό Μελεάγρου. «Εκείνη η σφαίρα», συνέχισε ο κύριος Γκρι, «η σφαίρα του Ιανουαρίου του 1944, ήταν αυτή με την οποία η Ιστορία σφράγισε τη βίαιη εισβολή της στην οικογένειά μου. Κάπως έτσι όμως δεν συνέβη με πολλές οικογένειες αυτής της χώρας; Ξέρεις, τον σκέφτομαι πολύ φέτος, μάλλον διότι έχω την ηλικία του όταν δέχθηκε εκείνη τη σφαίρα. Για φαντάσου: να επιβιώσεις από τις μάχες του Αβγκίν, του Καράκουγιου, της Σαπάντζας, να γλιτώσεις απ’ τον Σαγγάριο και από την τρελαμένη οπισθοχώρηση προς την Πάνορμο και από εκεί στη Ραιδεστό, και να πας από σφαίρα ελληνική εκατό μέτρα απ’ το σπίτι σου. Υποθέτω πως ο πατέρας μου, σχεδόν στα δεκαέξι του τη νύχτα που ακούστηκε ο πυροβολισμός, το σκέφτηκε πολλές φορές αυτό: εκατό μέτρα απ’ το σπίτι, ο πατέρας που δεν πρόλαβε να γνωρίσει – αν αναλογιστείς πως εγώ άρχισα να γνωρίζω στ’ αλήθεια τον δικό μου πατέρα στα είκοσι οκτώ μου. Το κενό που είχε το βλέμμα του πρέπει να προερχόταν από το κενό που άφησε πίσω του εκείνος ο νυχτερινός πυροβολισμός του ’44.

»Προσπάθησα να παρακολουθήσω την πορεία του από τα νιάτα του. Ο πατέρας του πατέρα μου, ένα τόσο κοντινό πρόσωπο, αίμα σου, κι ωστόσο ένας άγνωστος. Δεν ξέρω γιατί τιμήθηκε με ανδραγαθία στον Σαγγάριο, δεν ξέρω γιατί ποτέ δεν μίλησε ποτέ γι’ αυτό σε κανέναν μέσα στην οικογένεια, κι αν δεν το έψαχνα εγώ κοντά έναν αιώνα μετά δεν θα το μαθαίναμε ποτέ. Δεν ξέρω αν στις σπουδές του στην Αθήνα, όταν μυήθηκε στον βενιζελισμό, γνώρισε κι ερωτεύθηκε κάποια κοπέλα – μου άρεσε όμως να σκέφτομαι ότι του συνέβη με κάποια ξένη που πρόλαβε και γλίτωσε από το μακελειό της Ρωσικής Επανάστασης. Η Αθήνα του 1917-1919 γέμισε με Ρώσους εκπατρισμένους, με νεαρές Ρωσίδες. Νέος ήταν, ωραίος ήταν, γελούσε εύκολα, άνθρωπος του κόσμου λένε ότι ήταν, ο μόνος σπουδαγμένος από την οικογένειά του, γιατί να μη σκέφτηκε έναν νεανικό του έρωτα τη στιγμή που έσβηνε μετά τον πυροβολισμό; Δεν είναι ιεροσυλία· είναι η δύναμη της ζωής.

»Κάπως έτσι ξεκίνησα να σου λέω αυτή την αποσπασματική ιστορία, με τα πολλά χάσματα και τις σιωπές, με τις μνήμες και τα επινοήματα, ίσως διότι, όσο κι αν άργησα να το αντιληφθώ, η σκιά του μεγάλου αυτού αγνώστου έγερνε πάνω απ’ τον δικό μου πατέρα. Πριν τον χάσω, εξομολογήθηκε μονάχα σε μένα πράγματα που συνέβησαν τις μέρες και τις εβδομάδες που ακολούθησαν τον φόνο του πατέρα του. Πράγματα που τα έκρυβε. Και ήταν σαν ένα βάρος απ’ το οποίο ήθελε να απαλλαγεί. Ελπίζω να τον ξαλάφρωσα λίγο. Ξέρεις, υπάρχει ένα γοτθικό κάστρο στη Σκωτία, το Γκλάμις· υποτίθεται ότι είναι ένα από τα πιο στοιχειωμένα μέρη στον κόσμο. Ολα ξεκινούν από ένα σκοτεινό μυστικό. Το μυστικό της οικογένειας εκεί περνάει έως σήμερα αυστηρά από πατέρα σε γιο. Ο τελευταίος ξαλαφρώνει τον πρώτο και παίρνει τη σκυτάλη. Πατρική κληρονομιά. Εχουμε κι εμείς, εδώ στον Νότο, τα δικά μας στοιχειά και δεν είναι απαραίτητα τρομακτικά. Πού θα ήμασταν χωρίς μυστικά εξάλλου; Χωρίς τα ελληνικά μας φαντάσματα; Θύμισέ μου την άλλη Κυριακή να αλλάξουμε σελίδα. Ο κόσμος είναι τόσο συναρπαστικός».