ΒΙΒΛΙΟ

Τα πάντα έγιναν Νιότη

05s2sor1

«​​Πήγα και είδα τη “Νιότη”, τη νέα ταινία του Σορεντίνο», μου είπε ο κύριος Γκρι με έναν ενθουσιασμό, μετά όμως κόμπιασε. Νόμιζα ότι δεν του άρεσε· ίσα ίσα, το αντίθετο. Προς τι το κόμπιασμα τότε; «Να», είπε, «νόμιζα σε κάποιο σημείο ότι ο δαιμόνιος Ιταλός μου κάνει πλάκα». Τον ρώτησα τι ακριβώς εννοούσε.

Σε μια σκηνή της ταινίας, ο γηραιός Μάικλ Κέιν εισέρχεται μαζί με έναν νεαρό σταρ του Χόλιγουντ (τον υποδύεται ο εξαιρετικός Πολ Ντάνο) σε ένα κατάστημα γεμάτο ελβετικά ρολόγια τοίχου με μηχανικούς κούκους. Λογικό: η ταινία διαδραματίζεται σε ένα σύγχρονο ελβετικό σπα που θυμίζει σανατόριο μεσοπολεμικό α λα Τόμας Μαν. Η καρδιά του κυρίου Γκρι σφίχτηκε μέσα σε αυτό το σύμπαν των μικρών, ξύλινων ελβετικών κουκλόσπιτων με το εκκρεμές από κάτω και τα βαρίδια σε σχήμα κουκουναριού, με τους κούκους να ξεπροβάλλουν για να σημάνουν την ώρα.

«Είχαμε ένα τέτοιο ρολόι στο πατρικό μου», συνέχισε ο κύριος Γκρι, «το είχαν φέρει οι γονείς μου από την Ελβετία. Ηταν κρεμασμένο στον τοίχο, στο σημείο που χώριζε την κουζίνα από το καθιστικό. Ο πατέρας μου το κούρδιζε προτού πέσει για ύπνο. Μέχρι σήμερα δεν ξέρω γιατί το έκανε με τέτοιο ψυχαναγκασμό λες και ήταν το πιο κρίσιμο πράγμα στον κόσμο».

Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Το περίεργο είναι ότι μέχρι να δω τη “Νιότη”, μέχρι να πέσω πάνω σε αυτή τη σκηνή, είχα διαγράψει τελείως απ’ τη μνήμη μου αυτό το τόσο εμβληματικό κομμάτι της παιδικής μου καθημερινότητας. Πώς ήταν δυνατόν; Θυμάσαι που πριν κάνα δυο τρία χρόνια σου είχα πει ότι “είμαι όλα όσα έχω ξεχάσει”; Αυτός ο μηχανικός κούκος και ο πατέρας μου να τον κουρδίζει – το είχα λησμονήσει. Αυτή την ασυναίσθητη, καθημερινή, πεισματική του πάλη με τον χρόνο, με το πέρασμά του, λίγο πριν ξαπλώσει για να ονειρευτεί ίσως τα δικά του παιδικά χρόνια με τον δικό του πατέρα –που όπως σου διηγήθηκα, τον έχασε βίαια στα δεκαέξι του– κι όπως ίσως ο δικός του πατέρας να θυμόταν τα δικά του παιδικά χρόνια κι όλο αυτό να τραβάει ώς το άπειρο. Και η καρδιά μου σφίχτηκε, συγκρατήθηκα όμως, μα στην αμέσως επόμενη σκηνή, όταν ο Πολ Ντάνο παραθέτει εκείνο τον στίχο του Νοβάλις –πώς ακριβώς ήταν;– από τους “Υμνους στη Νύχτα”, “Κάθε φορά που επιστρέφω σπίτι μου, επιστρέφω στο σπίτι του πατέρα μου”, δεν άντεξα».

Κάπως έτσι, ο κύριος Γκρι έκλαψε μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα. Ισως κάποιοι να τον είδαν, όμως δεν είδαν πως για λίγο έγινε ο κύριος Κόκκινος, Μπλε, Πράσινος, Κίτρινος, Γκρι ξανά, με όλους τους χρόνους μέσα του να συνυπάρχουν ταυτόχρονα, όλα τα τοπία της παιδικής ηλικίας, τα τοπία της νιότης να μην είναι πια απλώς χώροι μα χρόνοι που εναλλάσσονταν αέναα, ο ένας να κυλάει μέσα στον άλλο, και γι’ αυτό, ίσως, από κάπου βαθιά μέσα του, καθώς έκοβε τρέμοντας με το αποστειρωμένο ψαλίδι τον ομφάλιο λώρο της νεογέννητης κόρης του, ένας κούκος ξεπρόβαλε από κάποιο μικροσκοπικό πορτάκι και κάτι σήμανε που δεν ήταν μονάχα η ώρα και οπωσδήποτε δεν ήταν μονάχα το χθες, το παρελθόν. Και κάπως έτσι, ακούγοντας τον Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ να παίζει πρώτο τραγούδι από το Δεύτερο Βιβλίο (op. 30) των Τραγουδιών Χωρίς Λόγια (Lieder ohne Worte) του Φέλιξ Μέντελσον, τα πάντα έγιναν Νιότη.