ΒΙΒΛΙΟ

Ο διηγηματογράφος Μάρκες…

markes1

ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡΚΕΣ
Απαντα διηγήματα
μτφρ. – Πρόλογος: Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας
εκδ. Νεφέλη

«Τελικά η λογοτεχνία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ξυλουργική, και το να γράφεις είναι μια δουλειά τόσο σκληρή όσο να φτιάχνεις ένα τραπέζι», είχε πει κάποτε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες σε μια συνέντευξή του.

«Και στις δύο τέχνες δουλεύεις με την πραγματικότητα, που είναι υλικό σκληρό όσο το ξύλο. Και οι δύο είναι γεμάτες κόλπα και τεχνικές που πρέπει να εξασκείς με συνεχή εργασία». Το βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νεφέλη με τίτλο «Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Απαντα διηγήματα» αποδεικνύει αυτό που ο πιο διάσημος εκπρόσωπος του λατινοαμερικανικού «μαγικού ρεαλισμού» –παραδόξως ίσως– υποστήριζε: «Στην πραγματικότητα, η λογοτεχνία προϋποθέτει λίγη μαγεία και πολλή, σκληρή δουλειά».

Η συγκεκριμένη έκδοση περιλαμβάνει 28 μικρές ιστορίες και μία νουβέλα, την καταπληκτική «Απίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Ερέντιρα και της άσπλαχνης γιαγιάς της». Πρόκειται για τρεις συλλογές διηγημάτων γραμμένες από τον σπουδαίο Κολομβιανό συγγραφέα μεταξύ 1947 και 1968, με μόνη εξαίρεση τη νουβέλα, που γράφτηκε το 1972. Οι περισσότερες από αυτές τις ιστορίες ολοκληρώθηκαν από τον Μάρκες πριν από τα περίφημα «Εκατό χρόνια μοναξιάς», περιέχουν όμως ψήγματα όλων των θεμάτων που τον απασχολούσαν ως συγγραφέα, και σε κάποιες περιπτώσεις ολόκληρα επεισόδια που εντάχθηκαν αργότερα σχεδόν αυτούσια στα μεγάλα μυθιστορήματά του.

Διήγηση τη διήγηση αποκαλύπτονται στον αναγνώστη σαν τα νήματα ενός τεράστιου πλεκτού δεξιοτεχνικά πλεγμένου οι τόποι, τα θέματα και οι χαρακτήρες που στην πορεία των χρόνων θα κυριαρχήσουν στο έργο του: Η Κολομβία, οι ακτές της Καραϊβικής, οι πόλεις της περιοχής όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, ο μεγάλος ποταμός Μαγκνταλένα· ο καλοκαιρινός, υγρός καύσωνας, οι βροχές, ο παγωμένος χειμώνας· η μεσημεριανή σιέστα, οι αιώρες που κρέμονται στη μεσαυλή, ο πρωινός ύπνος στη βεράντα, η κατάρα της νυχτερινής αϋπνίας στην κάμαρα· Οι ωραίες γυναίκες, οι ισχυροί-ανίσχυροι άντρες· ο έρωτας, δυνατός και ανεξήγητος όπως ο θάνατος, και αντίστροφα· η μοναξιά· η βία και η ερημιά της εξουσίας· η φτώχεια· τα όνειρα· και η πραγματικότητα, που τελικά είναι πιο γόνιμη και χειμαρρώδης από τα όνειρα, όπως έλεγε ο ίδιος.

Η διηγηματογραφία του Μάρκες, πέρα από τον μόχθο και το ταλέντο του δημιουργού της, αποκαλύπτει επίσης στον προσεκτικό αναγνώστη το μυστικό της τέχνης του. Καθεμία από τις ιστορίες του συγκεκριμένου τόμου είναι μια ψηφίδα που συνθέτει τη γοητευτική εικόνα του «μαγικού ρεαλισμού», όπως ο εκείνος τον εμπνεύστηκε. Σελίδα τη σελίδα, η καθημερινότητα που περιγράφεται υπερβαίνει το τετριμμένο, και η καθομιλουμένη μετατρέπεται σε μια προσωπική γλώσσα που μιλάει «λοξά» για όσα απασχολούν την ανθρώπινη ύπαρξη. Ακόμη κι όταν η βρωμερή μαρτιάτικη θάλασσα αρχίζει να αναδίδει άρωμα από τριαντάφυλλα, ακόμη όταν ένας πολύ γέρος κύριος με φτερά προσγειώνεται σε ένα βρωμερό κοτέτσι, ακόμη κι όταν κάποιος είναι τόσο γλυκοαίματος ώστε προσελκύει όλα τα καβούρια στο κρεβάτι του και περνάει άυπνος τις νύχτες για να τα διώξει, ή όταν η γη ενός τόπου είναι τόσο λίγη ώστε οι γυναίκες φοβούνται διαρκώς πως ο άνεμος θα παρασύρει τα παιδιά τους, ακόμη και τότε τα φανταστικά γεγονότα περιγράφονται με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε δημιουργούν τη δική τους πραγματικότητα. Στο εισαγωγικό της σημείωμα στα «Απαντα διηγήματα», η επί χρόνια πιστή μεταφράστριά του στα ελληνικά Κλαίτη Σωτηριάδου σχολιάζει την εντύπωση που της έκανε κατά το πρώτο ταξίδι της στην Κολομβία ο ρεαλισμός με τον οποίο ο Μάρκες είχε περιγράψει τον περιβάλλοντα χώρο, σκηνικό των μυθιστοριών του. Ο ίδιος δεν έπαψε ποτέ να αυτοπροσδιορίζεται ως δημοσιογράφος, και σε αυτή την εκπαίδευση υποστήριζε ότι όφειλε το ύφος του. Στη δημοσιογραφία, και στις διηγήσεις της γιαγιάς του: «Το μυστικό είναι να πιστέψεις η ίδιος στο φανταστικό», έλεγε, «και μετά να το γράψεις όπως διηγιόταν η γιαγιά μου τις ιστορίες της: με ανέκφραστο πρόσωπο και πολλές λεπτομέρειες. Τότε οι άνθρωποι θα σε πιστέψουν».